Είσοδος

CAPTCHA
This question is for testing whether or not you are a human visitor and to prevent automated spam submissions.
6 + 0 =
Solve this simple math problem and enter the result. E.g. for 1+3, enter 4.

Επειδή είμαστε άνθρωποι και μπορεί να αρρωστήσουμε.

animated-doctor-image-0022

Αναζήτηση συμβεβλημένων παρόχων υγείας (ιατροί) από την επίσημη ιστοσελίδα του ΕΟΠΥΥ.

Συμβεβλημένοι Γιατροί ΕΟΠΥΥ – ΠΕΔΙ (Βρείτε τον συμβεβλημένο ιατρό που θέλετε και δείτε παρακάτω τα διαθέσιμα ραντεβού του)

Εφημερίες Νοσοκομείων Θεσσαλονίκης

Είστε εδώ

Ο θάνατος ζωή, ο βασιλιάς των Ελλήνων “Παύλος Μελάς”. Μακεδονικός Αγώνας.

O θάνατος του είναι ζωή στους κουρασμένους από τη μετριότητα του κόσμου. Ο Θάνατος του ανασταίνει τους κοιμισμένους, ταράζει τούς μαργωμένους, δυναμώνει τους αδύνατους, δροσίζει τους διψασμένους, ο θάνατος του Νέου, ο θάνατος του Ωραίου ο θάνατος του Αντρείου.......Ψυχή, ψυχή ωραία, γλυκιά πενταπάρθενη που ερωτεύτηκες το θάνατο δίδαξε μας, ω, μάθε μας να μη πονεί και να μην καίει το αντίκρισμα της αγωνίας σου, ψυχή ωραία πενταπάρθενη.

Ίων Δραγούμης.

Με τίτλο αυτού του άρθρου, με εκφράσεις κλεμμένες από το μυθιστόρημα του Ίωνος Δραγούμη, θα αναφερθούμε στην θυσία του Παύλου Μελά και τον θάνατο του, στις 13 Οκτωβρίου 1904. Θάνατος και θυσία που σηματοδοτεί τον Μακεδονικό Αγώνα. Δεν ήταν η μοναδική θυσία, για την Μακεδονία, αλλά είχε μια απίστευτη επιρροή σε όλο τον ελληνισμό.

Ο Παύλος Μελάς, ένα από τα επτά παιδιά του Μιχαήλ Μελά και της Ελένης, γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου του 1870 στη Μασσαλία, όπου ο πατέρας του δραστηριοποιούταν ως έμπορος. Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων και εξήλθε ως ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού τον Αύγουστο του 1891. Τον επόμενο χρόνο νυμφεύτηκε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του τραπεζίτη και πολιτικού Στέφανου Δραγούμη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον στρατιωτικό Μιχαήλ Μελά και τη χημικό Ζωή Μελά – Ιωαννίδη.

Η οικογένεια του ήταν από τις πιο σημαντικές της ελληνικής κοινωνίας. Απέκτησαν εξοχικό σπίτι στην Κηφισιά. Απολάμβαναν βόλτες με την προσωπική τους άμαξα και σύχναζαν στην Αθηναϊκή Λέσχη, την οποία ίδρυσε ο πατέρας του Παύλου.

Ο Παύλος Μελάς ήταν τρισευτυχισμένος. Απολάμβανε καντάδες και ρομαντικούς περιπάτους με τη γυναίκα του Ναταλία. Έχτισε ένα πολυτελέστατο σπίτι στην οδό Τατοΐου για να στεγάσει την οικογένεια του. Πέρναγε τον ελεύθερο χρόνο του με τα δύο του παιδιά που υπεραγαπούσε.

Στις αρχές του 20ου αιώνα τον απασχολεί έντονα η κατάσταση στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και τον ανησυχεί η δράση των κομιτατζήδων, που επιδιώκουν την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Τον επηρεάζει έντονα ο Μακεδόνας πεθερός του, ενώ έχει πληροφόρηση από πρώτο χέρι από τον αδελφό της γυναίκας του Ίωνα Δραγούμη, που υπηρετεί ως υποπρόξενος στο Μοναστήρι. 

Στις αρχές του 20ου αιώνα, στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, που τότε αποτελούσε οθωμανικό έδαφος και σήμερα περιλαμβάνει εδάφη της Βόρειας Μακεδονίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας, επικρατούσε αναβρασμός.

Η Βουλγαρία ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα έχει κάνει φανερές τις επεκτατικές της προθέσεις, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία προσπαθούσε να διατηρήσει τα κεκτημένα της εδάφη. Η Βουλγαρική προπαγάνδα χρησιμοποιεί κάθε μέσο (κυρίως εκφοβισμούς και βία, αλλά και στυγνές δολοφονίες σε πολλές περιπτώσεις) και κάθε της ενέργεια, αποσκοπεί στον εκβουλγαρισμό του τότε πληθυσμού της Μακεδονίας. 

Η Ελλάδα ανίσχυρη οικονομικά και στρατιωτικά, και έχοντας υποστεί συντριβή στον Ελληνοτουρκικό, τον λεγόμενο Ατυχή, Πόλεμο του 1897, αναζητούσε τρόπο να στηρίξει την προσπάθεια των υπόδουλων ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα, παρά την πίεση και τις επιθέσεις από οθωμανικές και κυρίως βουλγαρικές ένοπλες ομάδες.

Τον Φεβρουάριο του 1904, μαζί με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους λογαχούς Αλέξανδρο Κοντούλη και Αναστάσιο Παπούλα και τον ανθυπολοχαγό Γεώργιο Κολοκοτρώνη, συμμετέχει σε μυστική αποστολή στη Μακεδονία με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας (Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που τη φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα), κατόπιν εντολής της κυβέρνησης Θεοτόκη. Η ομάδα των τεσσάρων αξιωματικών, συνοδευόμενη από μακεδόνες αγωνιστές, δραστηριοποιήθηκε στη δυτική Μακεδονία, αλλά οι κινήσεις της έγιναν αντιληπτές από τους Τούρκους, οι οποίοι ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση την ανάκλησή τους. Έτσι, ο Μελάς μαζί με τους τρεις άλλους αξιωματικούς επέστρεψαν στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου.

Τον Ιούλιο, ενώ υπηρετούσε στη Σχολή Ευελπίδων, ζήτησε 20ήμερη άδεια και έκανε ένα δεύτερο ταξίδι στη Μακεδονία. Στο πλαστό διαβατήριό του αναγραφόταν το όνομα Πέτρος Δέδες και ως επάγγελμα δήλωνε ζωέμπορος. Μόλις έφθασε στην Κοζάνη συναντήθηκε με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο και αποφασίστηκε η συγκρότηση ενόπλων σωμάτων με τη στρατολόγηση ανδρών από τις γύρω περιοχές και η ανάληψη άμεσης δράσης στη Δυτική Μακεδονία. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου γεμάτος αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα.

Μετά από 15 ημέρες ζήτησε κι έλαβε τετράμηνη άδεια από το στράτευμα για να αναλάβει επίσημα την αρχηγία του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή της Καστοριάς και του Μοναστηρίου, κατόπιν υπόδειξης του Μακεδονικού Κομιτάτου.

Στις 28 Αυγούστου ο Καπετάν Μίκης Ζέζας διέβη τα σύνορα, συνοδευόμενος από αρκετούς Μακεδόνες, Λάκωνες και Κρήτες, και στα μέσα Σεπτεμβρίου στρατοπέδευσε στην περιοχή της Καστοριάς.

Γράφει στην γυναίκα του:

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 1904. Λημέρι έξω Λεχόβου

Εξυπνήσαμεν εις τας 7 το πρωί με πόνους εις τα πόδια και όλον το σώμα. Τα τσαρούχια μας είναι γεμάτα παγωμένο νερό, και εν τούτοις δεν ημπορούμεν να τα βγάλωμεν διότι έπειτα δεν είναι δυνατόν να φορεθούν.

Τρώγομεν ολίγον ψωμί που είναι ωσάν λάσπη από την βροχήν. Μετ’ ολίγον έρχεται ο Ζήσης και μας φέρνει ψωμί, ελιές κρομμύδια και κρασί, διότι σήμερον είναι νηστεία.

»Μάς επιτρέπει να ανάψωμεν φωτιά, διότι η ομίχλη είναι πυκνότατη και δεν φαίνεται ο καπνός. Αυτή η φωτιά ήτο από τας μεγαλυτέρας μας ευχαριστήσεις από την ημέραν της αναχωρήσεώς μας. Το κρύο είναι φοβερό.

Ήλθαν όλοι οι πρόκριτοι του Λεχόβου και μας φιλούν ως σωτήρας των από τους Βουλγάρους, οι οποίοι καθημερινώς τώρα τούς απειλούν.

Εις το χωριό υπάρχει ένας φημισμένος τσαρουχάς, ο οποίος με παρακαλείι να μου κάμη ένα ζεύγος τσαρουχιών. Δέχομαι ευχαρίστως φιότι από τα εδικά μου υποφέρω πολύ…

Στις 2 Οκτωβρίου 1904, ο Παύλος Μελάς είχε επικοινωνήσει τια τελευταία φορά με τη σύζυγό του Ναταλία:

…Είμαι ευτυχής διότι είσαι υπερήφανη δι’ εμέ, έστω και αν τούτο είναι παρ’ αξίαν μου προς το παρόν. Εις το μέλλον θα προσπαθήσω να γίνω άξιος της υπερηφανείας σου αυτής.

Σου γράφω υπό ραγδαίαν παγωμένην βροχήν, ως και η κάπα μου στάζει.

Σε φιλώ άλλην μίαν φοράν και σου εύχομαι, αγάπη μου, ευτυχίαν και χαράν εις τον βίον σου.

Την νύκτα εις τα λημέρια μας, όταν τυχόν φανή ένα άστρον σου στέλνω χίλια φιλιά νοερώς…

Ο Παύλος σου.

ΥΓ: Βρέχει, βρέχει, βρέχει, φρίκη

Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 εισήλθε στο χωριό Στάτιστα (σημερινός Μελάς Καστοριάς) για να αναπαυτεί αυτός και οι άνδρες του. Όμως, ο Βούλγαρος αρχικομιτατζής Μήτρος Βλάχος, προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Επί τόπου κατέφθασε ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα, αποτελούμενο από 150 άνδρες και στη συμπλοκή που ακολούθησε, ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε σοβαρά στην οσφυϊκή χώρα και μετά από μισή ώρα άφησε την τελευταία του πνοή.

Ο Βενέζης παραθέτει  χρονικό του Ιωάννη Σ. Νοτάρη, το οποίο «συμπυκνώνει αυθεντικά τα συμβάντα»:

«Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 με το παλαιό ημερολόγιο  ο Παύλος Μελάς με το σώμα του ήταν στη Στάτιτσα. Κατά το απομεσήμερο η γυναίκα που τον φιλοξενούσε ήρθε να τον ειδοποιήση ότι Τουρκικός στρατός είχε ξεκινήσει απ’ το Κονομπλάτι για τη Στάτιτσα.

»Ο βούλγαρος αρχικομιτατζής Μήτρος Βλάχος είχε στείλει μια χωριάτισσα να πη στους Τούρκους πως τάχα στη Στάτιτσα κρυβόταν αυτός – ο Βούλγαρος – με τη συμμορία του. Οι Τούρκοι το πίστεψαν. Και νομίζοντας πως κυνηγάνε τον Βούλγαρο πέσανε πάνω στον Παύλο Μελά.

»Το τουρκικό απόσπασμα έφτασε έξω από την πόρτα του σπιτιού που κρύβονταν επτά άνδρες του Μελά και έπειτα στην πόρτα του σπιτιού που κρυβόταν ο ίδιος.

»Τότε ο Μελάς σημάδεψε κι έριξε απ’ το παράθυρο, ενώ οι Τούρκοι σκορπίστηκαν, έπιασαν θέσεις κι άρχισαν να πυροβολούν.  Όταν οι πυροβολισμοί σταμάτησαν, κατέβηκαν όλοι κάτω, στο στάβλο, για να μην καούν αν οι Τούρκοι έβαζαν φωτιά στο σπίτι.

»Ξαφνικά ο Μελάς αντίκρυσε ένα Τούρκο στρατιώτη που πλησίαζε. Τον πυροβόλησε και τον σκότωσε. Ήταν κι όλας σούρουπο. Βγήκαν στην αυλή (…) Ακούστηκε τότε ένας πυροβολισμός κι η φωνή του Μελά που έλεγε: ‘Στη μέση με πήρε παιδιά’.

»Μπήκε πάλι μέσα στο στάβλο, ο Μελάς φώναξε τον Πύρζα κοντά του, έβγαλε το σταυρό απ’ το λαιμό του: ‘Το σταυρό να τον δώσης στη γυναίκα μου, και στο Μίκη το ντουφέκι μου και να τους πης πώς έκαμα το καθήκον μου. (…)

»Σε λίγο άρχισε να πονά: ‘Σκοτώστε με παιδιά. Πώς θα μ’ αφήσετε στους Τούρκους…’ Ο Πύρζας γονάτισε και τον φίλησε στο στόμα που τόνιωσε ψυχρο.  ‘Εδώ είμαι καπετάνιο. Δεν σ’ αφήνουμε’, ‘Πονώ’, είπε πάλι και ξεψύχησε».

Το κεφάλι του αποκόπηκε από τους συμπολεμιστές του και τάφηκε στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι. Το σώμα του παραδόθηκε από τις οθωμανικές αρχές στον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό (Καραβαγγέλη) και τάφηκε στον βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών στην Καστοριά, όπου αναπαύεται και η κάρά του από το 1950. Στον ίδιο ναό έχει ταφεί και η σύζυγός του Ναταλία, κατ’ επιθυμίαν της.

Ο θάνατος του Παύλου Μελά έγινε γνωστός στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου και συγκλόνισε την κοινή γνώμη, λόγω του ακέραιου και αγνού χαρακτήρα του ανδρός, αλλά και του γνωστού ονόματος της οικογένειάς του, που είχε μεγάλους δεσμούς με τη Μακεδονία και την κοινωνία των Αθηνών. Η θυσία του σηματοδότησε την ουσιαστική έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, που κορυφώθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913.

Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς έγραψε για το θάνατό του:

Σε κλαίει λαός. Πάντα χλωρό να σειέται το χορτάρι
στον τόπο που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλικάρι!

Πανάλαφρος ο ύπνος σου· του Απρίλη τα πουλιά
σαν του σπιτιού σου να τ’ ακούς λογάκια και φιλιά,
και να σου φτάνουν του χειμώνα οι καταρράχτες
σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολέμου κράχτες.
Πλατιά του ονείρου μας η γη και απόμακρη. Και γέρνεις
εκεί και σβεις γοργά.
Ιερή στιγμή. Σαν πιο πλατιά τη δείχνεις, και τη φέρνεις
σαν πιο κοντά!

Οι μάχες μεταξύ ελληνικών, βουλγαρικών και τουρκικών άτακτων ένοπλων ομάδων, από το 1904 ως το 1908 στις οποίες συμμετέχει και ο τουρκικός τακτικός στρατός, θα ονομαστούν από την ελληνική ιστοριογραφία «Μακεδονικός Αγώνας» και θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στις γεωπολιτικές ισορροπίες και εξελίξεις των Βαλκανίων.

O Παύλος Μελάς πέρασε στο πάνθεον των ηρώων. Ας μην τον ξεχάσουμε ποτέ, και ας μην ξεχάσουμε την ιστορία μας ποτέ. Άλλωστε, όπως είπε και ο Ισπανός φιλόσοφος Σανταγιάνα, «Ο λαός που ξεχνά την Ιστορία του είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει».

 

Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)

Τον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 διαδέχτηκε ο Μακε­δονικός Αγώνας του 1904 -1908. Κατ’ αυτόν, οι Έλληνες της Μακεδονίας και Έλληνες από τη λοιπή Ελλάδα, με τη συγκατάθεση της Ελληνικής Κυβερνήσεως, αντιμετώπισαν όλες τις ανθελληνικές ενέργειες του Βουλγα­ρικού Κομιτάτου, των πολυάριθμων πρακτόρων του και των ένοπλων κομι­τατζήδων του, που απέβλεπαν στον αφανισμό του Ελληνισμού της Μακε­δονίας και την πραγματοποίηση του βουλγαρικού επεκτατισμού.

Ο αγώνας αυτός ήταν ιδιαίτερα δυσχερής για τους Έλληνες, γιατί οι κατακτητές, Τούρκοι ουσιαστικά, κώφευαν και σε πολλές περιπτώσεις επενέβαιναν κατά του ελληνικού στοιχείου και των ελληνικών δικαίων και υ­πέρ των Βουλγάρων. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, οιΈλληνες βρέθηκαν αντιμέτωποι ακόμα και των Σέρβων, καθώς και των οπαδών της ρουμανικής προπαγάνδας. Αλλά και οι Μ. Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρουγγαρία, Γερμανία), επιθυμώντας τη ρύθμιση του μεγάλου Μακεδο­νικού Προβλήματος σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, αδιαφορούσαν για την τύχη του δοκιμαζόμενου τότε Μακεδονικού Ελληνισμού.

Η κατανόηση του Μακεδονικού Αγώνα και κυρίως των ιστορικών, νομι­κών και ηθικών ερεισμάτων του, απαιτεί βαθύτερη γνώση των γεγονότων, που προηγήθηκαν ειδικότερα των όσων συνέβησαν κατά τα μέσα του 19. αιώνα. Τότε, ως Μακεδονία θεωρούσαν όλα τα υπό την Οθωμανική Αυτο­κρατορία εδάφη που περιλαμβάνονται μεταξύ Ροδόπης Αιγαίου – Ολύμπου – Χασίων – Πίνδου – Σκάρδου – Ορέων Μοισίας. Η περιοχή αυτή ήταν χωρισμένη σε τρία Τουρκικά Βιλαέτια (Γενικές Διοικήσεις), της Θεσσαλο­νίκης, του Μοναστηριού και των Σκοπίων (Κοσόβου).

Το τμήμα της παραπάνω περιοχής, που εκτείνεται νότια της γενικής γραμμής Μοναστήρι – Κερκίνη (Μπέλες) – Νέστος, μέχρι Ολύμπου – Χασίων- Πίνδου, αποτελεί τον εδαφικό χώρο μέσα στον οποίο έλαβαν χώρα τα κύ­ρια πολεμικά γεγονότα του Μακεδονικού Αγώνα, μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, και σε ορισμένες περιπτώσεις και μεταξύ Ελλήνων και Τούρ­κων.

Η Βουλγαρική Δράση στη Μακεδονία μέχρι το 1904.

Τα αίτια που προκάλεσαν το Μακεδονικό Αγώνα, αν και εκ πρώτης όψεως ανάγονται στις ανθελληνικές ενέργειες και τον ένοπλο αγώνα των Βουλγάρων στο χώρο της Μακεδονίας, είναι, ωστόσο, πολύ βαθύτερα και έχουν τις ρίζες τους στο μεγάλο Ανατολικό Ζήτημα. Κατά τα μέσα του 19. αιώνα, επιδιώκοντας η Τσαρική Ρωσία την έξοδό της προς το Αιγαίο, με άλ­λες πια μεθόδους, θα χρησιμοποιήσει για το σκοπό αυτόν τους Βουλγά­ρους.

Ειδικότερα, το έτος 1870, κατόπιν ενεργειών της Ρωσίας, ιδρύεται στην Κωνσταντινούπολη η αυτοκέφαλη βουλγαρική εκκλησία (Εξαρχία), η οποία έχει ως σκοπό την απόσχιση από το Πατριαρχείο κατ’ αρχήν όλων των ομιλούντων το σλαβόφωνο ιδίωμα των Μακεδονικών περιοχών και τη δημιουργία σχισματικών εξαρχικών Μητροπόλεων. Ολόκληρη η προσπά­θεια των Βουλγάρων στρέφεται στον προσεταιρισμό των δύο τρίτων του πληθυσμού των χωριών, με σκοπό την πλήρη απομάκρυνση τους από το Πατριαρχείο και το διορισμό σχισματικών ιερέων και δασκάλων, για τον εκβουλγαρισμό των περιοχών. Έκτοτε, η βουλγαρική προπαγάνδα θα εντείνεται και από θρησκευτική θα γίνεται εθνική.

Με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, του 1878, που επιβλήθηκε, μετά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877, από τη Ρωσία στην Τουρκία, θα επιζητηθεί η δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας. Τα όρια αυτής προβλεπόταν να περιλάβουν ολόκληρη τη Μακεδονία, πλην Θεσσαλονίκης – Χαλκιδικής, και να φτάσουν μέχρι το Δούναβη και την Κορυτσά. Η δημιουργούμενη με αυτήν τη Συνθήκη θανάσιμη απειλή κατά της Μακεδονίας και η γενικότερη επί του Ανατολικού Ζητήματος αναστάτωση, προκάλεσαν την αντίδραση, όχι μόνο της Ελλάδας και της Σερβίας, αλλά και ολόκληρης σχεδόν της Ευ­ρώπης. Τελικά, με τη Συνθήκη του Βερολίνου του 1878, η Συνθήκη του Α­γίου Στεφάνου ανατράπηκε.

Όμως, το όνειρο της Μεγάλης Βουλγαρίας θα εξακολουθήσει να απο­τελεί στόχο της βουλγαρικής πολιτικής. Η προσπάθεια εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας θα κατευθύνεται από τη Σόφια, από την οποία το 1885 εκ­πορεύεται το πραξικόπημα προσαρτήσεως της αυτόνομης περιοχής της Α­νατολικής Ρωμυλίας στη Βουλγαρία. Η επιτυχία του πραξικοπήματος είχε κατόπιν ως συνέπεια τη σταδιακή εκρίζωση και μερική εξόντωση 100.000 Ελλήνων, που κατοικούσαν στην περιοχή, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του έτους 1906.

Από το έτος 1895, άρχισε η αποστολή από τη Βουλγαρία στη Μακεδο­νία ομάδων ένοπλων κομιτατζήδων. Αυτές αμέσως ανέλαβαν έντονη δρά­ση, κυρίως στη Βόρεια και Ανατολική Μακεδονία, με βασικό στόχο την αποδυνάμωση του Ελληνισμού. Για την εξαπάτηση μάλιστα των πληθυσμών, το Βουλγαρικό Κομιτάτο εμφανιζόταν με δύο μορφές (οργανώσεις), κατευθυνόμενες από τη Σόφια. Η πρώτη, ως αγωνιζόμενη για τη δημιουργία ανε­ξάρτητης Μακεδονίας, και η δεύτερη, για την άμεση προσάρτηση της Μα­κεδονίας στη Βουλγαρία.

Το υπό την πρώτη του μορφή Κομιτάτο ονομάστηκε Εσωτερική Μακε­δονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) και χρησιμοποιούσε το σύνθημα «Η Μακεδονία δια τους Μακεδόνες». Αυτή καλούσε τους Έλληνες, Σέρβους, Βουλγάρους, Αλβανούς, Βλάχους και Τούρκους να γίνούν μέλη του, αποκαλούμενα Σαντραλιστές (από το Σαντράλ Κομιτέτ). Το υπό τη δεύτερη μορφή Κομιτάτο εμφανιζόταν απροκάλυπτα ως Βουλγαρικό και τα μέλη του λέγονταν Βαρχοβιστές (από το Βαρχόβ Κομιτέτ).

Κατά τα έτη 1897 -1899, η δράση των κομιτατζήδων εντάθηκε σε ολό­κληρη τη Μακεδονία, με κύρια χαρακτηριστικά τους διωγμούς και την κα­ταπίεση των Ελλήνων, ακόμα και την κατασυκοφάντησή τους στις Τουρκι­κές Αρχές. Την περίοδο αυτή, μόνο στην περιοχή Θεσσαλονίκης, δολοφονήθηκαν 40 Έλληνες πρόκριτοι υπό τα αδιάφορα όμματα των Τούρκων. Οι βουλγαρικές θηριωδίες συνεχίστηκαν και κατά τα επόμενα έτη, και ο Άγ­γλος Πρόξενος Θεσσαλονίκης, σε έκθεσή του κατά το 1902, έγραφε: «Η δολοφονία είναι το κυριότερο όπλο των κομιτάτων. Δεν υποχωρούν προ ουδενός. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματά των. Κατά χιλιάδας εφονεύθησαν Έλληνες κατά τα τελευταία 6 έτη».

Στις 20 Ιουλίου 1903, ημέρα του Προφήτη Ηλία, το βουλγαρικό κομιτά­το κηρύσσει την επανάσταση του Ηλί Ντέν (δηλαδή «Ηλιού ημέρα»), η ο­ποία, στην πράξη, αποτελούσε σειρά τρομοκρατικών ενεργειών κομιτατζή­δων, άριστα εξοπλισμένων. Επρόκειτο για μία ψευδεξέγερση απελευθερω­τικού δήθεν χαρακτήρα, με εντυπωσιακές ενέργειες στην περιοχή Μονα­στηριού, στην οποία παρασύρθηκαν και πολλοί Έλληνες αγρότες. Η βουλ­γαρική προπαγάνδα φρόντισε να παρουσιάσει, στο εξωτερικό, την ψευδε­ξέγερση αυτήν ως καθολική επανάσταση των χριστιανών της Μακεδονίας. Ακολούθησε επέμβαση του τουρκικού Στρατού για την καταστολή της, με βαριές συνέπειες, κυρίως κατά των Ελλήνων και των χωριών τους, και με α­ποκορύφωμα την καταστροφή του Κρουσόβου (δυτικά Περλεπέ – όπου κα­τοικούσαν 8.000 βλαχόφωνοι Έλληνες, ακμαίου ηθικού).

Οι αγριότητες και καταστροφές, που διαπράχτηκαν από τον Τουρκικό Στρατό, προκάλεσαν την επέμβαση των Μ. Δυνάμεων και την αποδοχή από την Τουρκία του Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων της Μυρστέγης.Ή Μα­κεδονία διαιρέθηκε σε 5 ζώνες, ενώ η επίβλεψη της καθεμιάς ανατέθηκε σε μία Ευρωπαϊκή Δύναμη. Το πρόγραμμα αυτό κανένα θετικό στοιχείο δεν είχε να προσφέρει στον Ελληνισμό. Αντίθετα, το βουλγαρικό κομιτάτο αύ­ξησε τις διώξεις εναντίον των Ελλήνων και, το σοβαρότερο, εξαγόραζε τους ξένους αξιωματικούς που διεύθυναν ολόκληρα διαμερίσματα και α­σκούσαν έλεγχο στην τουρκική χωροφυλακή. Με την αποτρόπαια δράση του κομιτάτου, μέχρι το 1904, οι Βούλγαροι είχαν επιτύχει την υπαγωγή στην Εξαρχία 130 ελληνικών κοινοτήτων. Ο Ελ­ληνισμός των περιφερειών Μοναστηριού και Θεσσαλονίκης τελούσε υπό συνεχή τρομοκρατία. Οι κομιτατζήδες αποθρασύνθηκαν τελείως και άρχι­σαν να εισδύουν και να περισφίγγουν τις περιοχές Βέροιας, Νάουσας και Καστοριάς.

Ο Μακεδονικός Αγώνας εξελίχθηκε σε τρεις φάσεις:

  • 1η Φάση 1870-1897: Ένταση της Βουλγαρικής προπαγάνδας στη Μακεδονία.
  • 2η Φάση 1897-1904: Τρομοκρατία των Ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας από τα βουλγαρικά κομιτάτα.
  • 3η Φάση 1904-1908: Ένοπλος αγώνας των Ελληνικών ανταρτικών σωμάτων εναντίον των Βούλγαρων Κομιτατζήδων στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία.

Η Ελληνική Άμυνα στη Μακεδονία μέχρι το 1904

Κατά τα πρώτα βήματα της βουλγαρικής δράσεως, η Ελλάδα πα­ρέμεινε αμέτοχη, γιατί ήταν στρατιωτικά ανοργάνωτη και φοβόταν πόλεμο εναντίον της από την Τουρκία. Η «Εθνική Εταιρεία», που συστάθηκε με πρωτοβουλία της στην Αθήνα, συγκρότησε και έστειλε στη Μακεδονία από το 1896, για την τόνωση του φρονήματος του Ελληνισμού, 8 μικρά ανταρτικά σώματα, τα οποία σημείωσαν σοβαρή δράση. Το σημαντικότερο από αυ­τά, το σώμα υπό τον Μπρούφα, έφτασε μέχρι το Καθαντάρτσι, όπου κυ­κλώθηκε και καταστράφηκε από τους Τούρκους το ίδιο έτος.

Η Κρητική Επανάσταση του 1896 και ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 αποθάρρυναν κάθε σοβαρή ενέργεια από την Ελεύθερη Ελλάδα. Στη Μακεδονία μόνο η Εκκλησία και το Σχολείο παρέμειναν ως πόλοι συσπειρώσεως και τονώσεως του Ελληνισμού. Οι πρώτες εκδηλώσεις ενεργού άμυνας άρχισαν από το 1902, στην περιοχή Καστοριάς, με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη.

Ο Καραβαγγέλης, ύστερα από μυστική συνάντηση με το Μακεδόνα ο­πλαρχηγό Κώττα (ο οποίος βρισκόταν στο βουνό με μια ολιγάριθμη ομάδα, διωκόμενος από τους Τούρκους) και λίγο αργότερα με τον καπετάν Βαγ­γέλη, οργανώνει την πρώτη ένοπλη αντίσταση του μακεδονικού Ελληνι­σμού κατά των κομιτατζήδων. Με θαρραλέες μαλιστα περιοδείες του αγω­νιστή ιεράρχη σε ολόκληρη την περιοχή του, επιτυγχάνεται και η οργάνω­ση ενός αποτελεσματικού δικτύου πληροφοριών, που, αργότερα, θα βοη­θήσει όλα τα σώματα από την ελεύθερη Ελλάδα. Τα σώματα Κώττα και Βαγγέλη, ύστερα από πλούσια εθνική δράση, θα εξοντωθούν σταδιακά από τους Τούρκους και τους Βουλγάρους, αντίστοιχα.

  • Κατά το 1903, οι εκκλήσεις από τη Μακεδονία για αποστολή αντάρτι­κών σωμάτων έγιναν περισσότερο επίμονες και δραματικές. Ο μητροπολί­της Καραβαγγέλης και ο πρόξενος και υποπρόξενος Μοναστηριού Κυπραίος και Ίων Δραγούμης ζητούσαν με εκθέσεις τους την ανάληψη της άμυνας από το επίσημο Ελληνικό Κράτος.
  • Στις αρχές του 1904, ιδρύθηκε στην Αθήνα από το Δημήτριο Καλαποθάκη, ιδιοκτήτη της εφημερίδας «Εμπρός», το Μυστικό Ελληνικό Μακεδο­νικό Κομιτάτο, με σκοπό την οργάνωση και διεξαγωγή της άμυνας. Παράλ­ληλα, αποφασίστηκε η τοποθέτηση ως Γενικών Προξένων, στη Θεσσαλονί­κη του Λάμπρου Κορομηλά και στο Μοναστήρι του Δημητρίου Καλλέργη. Το Μάρτιο του ίδιου έτους συγκροτήθηκε στη Θεσσαλονίκη μεγάλο συλλα­λητήριο κατά των βουλγαρικών βανδαλισμών. Παρόμοια συλλαλητήρια έγιναν και στις πόλεις Μοναστήρι, Σέρρες και Δράμα.
  • Την άνοιξη του 1904, βρίσκονται μόνιμα στη Μακεδονία, οι περισσότε­ρες στη Δυτική Μακεδονία – Μοναστήρι, 20 οργανωμένες βουλγαρικές συμμορίες κομιτατζήδων, συνεχώς αυξανόμενες. Η καθε συμμορία διέθετε δύναμη 150-200 κομιτατζήδες, οι οποίοι δρούσαν σε μικρές Ομάδες, ε­φαρμόζοντας την τακτική της ενέδρας και γενικά του ανορθόδοξου αγώνα. Απέφευγαν τις συγκρούσεις με τα τουρκικά στρατεύματα και υποστηρίζον­ταν από τους οπαδούς της ΕΜΕΟ, που ήταν οργανωμένοι σε επαναστατι­κές επιτροπές στις πόλεις και τα χωριά. Πάντως, σε ολόκληρη τη Μακεδονία, οι οπαδοί της ΕΜΕΟ ήταν, κατά το 1904, περί τις 15 – 20 χιλιάδες.
  • Τον Αύγουστο του 1904, έφτασαν στη Μακεδονία 3 μικρά σώματα (Μπόλα, Κόκκινου, Καούδη) από την ελεύθερη Ελλάδα. Μεταξύ Μαρτίου και Ιουλίου 1904, επισκέπτεται με ψευδώνυμο τη Μακεδονία δύο φορές, για επιτόπια μελέτη της καταστάσεως, ο Ανθυπολοχαγός του Πυροβολι­κού Παύλος Μελάς (απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων τάξεως 1891). Τη νύχτα 27/28 Αυγούστου, ο Παύλος Μελάς διάβαινε για τρίτη φορά, την ελ­ληνοτουρκική μεθόριο και έφτανε πλέον στη Δυτική Μακεδονία, επικεφα­λής, τώρα, σώματος 30 ανδρών, ως αρχηγός των σωμάτων Δυτικής Μακε­δονίας. Έτσι, η αποφασιστική επέμβαση του Ελληνικού Κράτους στις Μα­κεδονικές εξελίξεις έγινε επιτέλους γεγονός.
  • Στις 30 Αυγούστου 1904, Ο Π. Μελάς και το σώμα του έφτασαν στο Κωσταράζι Καστοριάς και τις επόμενες ημέρες επισκέφτηκαν τα Ασπρώγια φλώρινας και τις γύρω περιοχές Καστοριάς και φλώρινας. Παντού γινόταν δε­κτός με ακράτητο εθνουσιασμό και πολλοί τον ακολουθούσαν ως αντάρ­τες. Σε όλα τα χωριά οργανώνει ένοπλες ομάδες για την αυτοάμυνά τους. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Δυτική Μακεδονία αλλάζει μορφή. Μάχεται γενναία και με επιτυχία κατά των Βουλγάρων, ενώ στους αιχμα­λώτους του και τους χωρικούς που είχαν εκτραπεί συμπεριφέρεται με ανδροπρέπεια και υψηλοφροσύνη. Όλες του τις κινήσεις παρακολουθεί ο ύ­πουλος μηχανισμός του Βουλγαρικού κομιτάτου (ΕΜΕΟ) και επανειλημμέ­να προδίδεται στις τουρκικές Αρχές.
  • Στις 12 Οκτωβρίου 1904, το σώμα Μελά βρέθηκε στο χωριό Στάτιστα (σημερινό όνομα Μελάς) των Κορεστίων (περιοχή Βίτσι όρος), όπου και πα­ρέμεινε μέσα σε σπίτια. Τις εσπερινές ώρες της 13 Οκτωβρίου ισχυρό τουρκικό τμήμα έφτασε στη Στάτιστα και αμέσως κύκλωσε τα σπίτια διαμο­νής των ανδρών του σώματος. Οι προσχεδιασμένες κινήσεις των Τούρκων έδειχναν σαφώς ότι επρόκειτο για προδοσία της ΕΜΕΟ. Ο Μελάς βρέθηκε σε μη αναμενόμενη κατάσταση και πραγματοποίησε τολμηρή έξοδο από το σπίτι που έμενε, για να αντιληφθεί καλύτερα τα συμβαίνοντα. Πριν όμως περάσει την αυλόθυρα, βλήθηκε από τουρκική βολίδα και ύστερα από λίγο εξέπνευσε . Πριν εκπνεύσει, έβγαλε το σταυρό από το λαιμό του και τον έ­δωσε στο σύντροφό του Πύρζα, με την παράκληση «να δοθεί στη γυναίκα του Ναταλία». Επίσης, ζήτησε «το ντουφέκι του να δοθεί στο γιο του Μίκη». Το νεκρό έθαψαν πρόχειρα έξω από τη Στάτιστα (Μελάς), σε ασφαλές μέρος. Μετά από μερικές ημέρες οι συμπολεμιστές του τον ξέθαψαν για να τον μεταφέρουν στο Μοναστήρι. Όμως, αιφνίδια, στην περιοχή έκανε την εμφάνισή του ένα τουρκικό απόσπασμα, οπότε μη δυνάμενοι να μετα­φέρουν ολόκληρο το νεκρό, του έκοψαν το κεφάλι και το έθαψαν με τιμές στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής του Πισοδερίου, μπροστά από την Ωραία Πύλη. Ο θάνατος του Π. Μελά διαδόθηκε ταχύτατα στη Μακεδονία και την ε­λεύθερη Ελλάδα. Παντού θρηνήθηκε ως εθνικός ήρωας. Η συνταρακτική είδηση του χαμού του, αντί να πτοήσει, χαλύβδωσε τις ψυχές όλων, και πολλοί συνάδελφοί του παρακινήθηκαν να ακολουθήσουν το δρόμο του προς τη Μακεδονία. Από τη στιγμή εκείνη όλοι οι Έλληνες αντιλήφθηκαν, ότι ζωτικά συμφέροντα του Έθνους διακυβεύονταν στο Μακεδονικό χώρο.
  • Προς το τέλος του 1904, έφταναν στη Δυτική Μακεδονία αρχικά το σώμα του Ανθυπολοχαγού Κατεχάκη και ακολούθως το σώμα του ομοιοβάθμου του Τσόντου, με ικανότατους οπλαρχηγούς και άνδρες, που ορι­σμένοι απ’ αυτούς είχαν εκπαιδευτεί στο ειδικό κέντρο της Βουλιαγμένης (Αθηνών) από το 1903. η δράση των σωμάτων αυτών κατά των κομιτατζή­δων των περιοχών Φλώρινας – Καστοριάς επέφερε σύγχυση και μεγάλες ζημιές στις τάξεις του βουλγαρικού κομιτάτου, ανησυχία στις τουρκικές Αρχές και εδραίωση του φρονήματος των Μακεδόνων.

Η Εξέλιξη της Ελληνικής Άμυνας στη Μακεδονία κατά τα Έτη 1905 – 1908

Από τις αρχές του 1905, ο ελληνικός αγώνας στη Μακεδονία συ­στηματοποιείται περισσότερο, τόσο από πλευράς πολεμικής τακτικής των σωμάτων, όσο και από πλευράς οργανώσεως της άμυνας των χωριών. Τα σώματα κατά την ημέρα παραμένουν στην ύπαιθρο, σε κατάλληλους μυστι­κούς χώρους, και, μόνο τη νύχτα, εισέρχονται στα χωριά. Παράλληλα και ταυτόχρονα, ο ελληνικός μηχανισμός της άμυνας των χωριών κινητοποιεί­ται και, από κοινού, λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας.

Αλλά και γενικότερα, από το 1905, ο αγώνας επεκτείνεται στην Κεντρι­κή και Ανατολική Μακεδονία, με την είσοδο κυρίως από την Ελεύθερη Ελ­λάδα ανταρτικών σωμάτων υπό αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. Τα σώ­ματα αυτά, πυκνούμενα από Μακεδόνες, αντιμετωπίζουν με επιτυχία τόσο τους κομιτατζήδες, όσο και την πολιτική διάρθρωση του βουλγαρικού κομι­τάτου, ενώ αποφεύγουν, κατά το δυνατό, τις συγκρούσεις με τον τουρκικό Στρατό. Παράλληλα, πολλοί αξιωματικοί, με άλλη ιδιότητα, αποσπώνται σε όλα τα ελληνικά Προξενεία της Μακεδονίας για να υπηρετήσουν τον αγώ­να. Το Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης γίνεται, για τις υπόψη περιφέρειες, ουσιαστικό κέντρο οργανώσεως και διευθύνσεις των επιχειρήσεων.

Περί το τέλος του 1905, στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, από τον Όλυμπο – τα Πιέρια – το Βέρμιο – το Καϊμακτσαλάν – το Πάϊκο και μέχρι τη Γευγελή – τις Σέρρες – τη Δράμα και τη Χαλκιδική, δρουν 14 περίπου ελ­ληνικά σώματα, δυνάμεως 10-40 ανδρών, και μέσα στα περισσότερα χω­ριά ανά 2-10 μυστικοί πολιτοφύλακες.

Το έτος 1906, ο ελληνικός αγώνας συνεχίζεται με μεγαλύτερη δραστη­ριότητα. Επίκεντρο αυτού γίνεται η λίμνη των Γιαννιτσών (ο Βάλτος όπως λεγόταν), η οποία, λόγω θέσεως, επηρέαζε τον έλεγχο των οδών Θεσσαλο­νίκης – Βέροιας, Θεσσαλονίκης – Σκύδρας και Βέροιας – Σκύδρας. Το δυτι­κό μέρος της λίμνης κατείχαν οι κομιτατζήδες, ενώ το ανατολικό, προς το Ζερβοχώρι, οι Έλληνες. Αρχικά, το σώμα του Δεμέστιχα και, στη συνέχεια, των Πραντούνα, Παπατζανετέα και του Υπολοχαγού Τέλου Αγαπηνού (Ά­γρα), κατάφεραν με σκληρούς αγώνες και σταδιακώς να επιβληθούν και να επηρεάσουν ακόμα και τον αγώνα στις γύρω περιοχές.

Και ενώ στην ύπαιθρο όλα βαίνουν καλώς, επιτακτική παρουσιάζεται η ανάγκη οργανώσεως του αγώνα και στις πόλεις. Η πρώτη συστηματική Ορ­γάνωση πόλεως εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη (υπό τον Ανθυπολοχαγό πε­ζικού Σουλιώτη – Νικολαΐδη), η οποία την εποχή αυτήν αποτελούσε κέντρο πολιτικού – πολιτιστικού – στρατιωτικού και οικονομικού ενδιαφέροντος ο­λόκληρης της Βαλκανικής. Έχοντας η Οργάνωση πρωτότυπη μυστική διάρ­θρωση και ενεργώντας με εξαιρετική μέθοδο και τρόπους, και χρησιμο­ποιώντας ακόμα και τη βία – και τις δολοφονίες, πέτυχε την εξάρθρωση της βουλγαρικής δραστηριότητας, τον έλεγχο της πόλεως και την πύκνωση του ελληνικού πληθυσμού της. Παράλληλα οργανωτική εργασία σημειώθη­κε και στις πόλεις Μοναστήρι, Σέρρες, Δράμα, Καβάλα και άλλες.

Στη διάρκεια του 1906, τα ελληνικά σώματα, σε ολόκληρη σχεδόν τη Μακεδονία, διεξάγουν σκληρούς αγώνες με τον τουρκικό Στρατό και τις βουλγαρικές τσέτες (συμμορίες), με πολλά ατυχήματα και απώλειες. Στη μεγάλη μάχη της Οσνίτσανης (Καστανόφυτο – περιοχής Νεστορίου Γράμ­μου), το Μάιο 1906, το σώμα του Ανθυπολοχαγού Βλαχάκη αντιμετωπίζει Τούρκους και Βουλγάρους και μετά από ηρωικό αγώνα φονεύεται ο Βλα- χάκης και ο υπαρχηγός του Πετροπουλάκης (φοιτητής), αφού προξένησαν μεγάλες απώλειες στους αντιπάλους τους και αποδυνάμωσαν γενικότερα το μηχανισμό της ΕΜΕΟ.

Οι κομιτατζήδες και οι πράκτορες τους της ΕΜΕΟ, αδυνατώντας να αντιπαραχτούν προς τα ελληνικά σώματα, χρησιμοποιούν σε πολές περι­πτώσεις την προδοσία και τη δολοφονική μάχαιρα. Μέσα στο 1906, οι δολο­φονίες κατά απλών Μακεδόνων πολιτών έφτασαν τις 365 έναντι 325 του έ­τους 1905. Ταυτόχρονα, τα ελληνικά σώματα αντιμετωπίζουν και έναν τρί­τον αντίπαλο, το Ρουμανικό Μακεδονικό Κομιτάτο, που, από το 1905, έχει αναπτύξει δράση στις περιοχές Ολύμπου – Βερμίου – Γρεβενών και Πίνδου, με στόχο της προπαγάνδας του τους Έλληνες βλαχόφωνους.

Τον Ιούλιο του 1906, μη δυνάμενοι να αντιδράσουν κατ’ άλλον τρόπο οι Βούλγαροι στη Μακεδονία, αρχίζουν τους μεγάλους διωγμούς των Ελλή­νων της Ανατολικής Ρωμυλίας, με πρώτο στόχο τη Φιλιππούπολη, το Τατάρ-Παζαρτζίκ, τη Στενήμαχο και την ακρόπολη του Ελληνισμού Αγχίαλο. Οι βανδαλισμοί και οι καταστροφές τους επεκτάθηκαν αργότερα σε ολό­κληρη την Ανατολική Ρωμυλία και στη Βουλγαρία και έτσι πολλές δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων προσφύγων αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Ελλάδα.

Το έτος 1907, ο ελληνικός αγώνας συνεχίζεται με την ίδια δραστηριό­τητα. Τα ελληνικά σώματα, ενισχυόμενα και με νέα, προωθούνται βορειό­τερα, φτάνουν στον Περλεπέ και υπερβαίνουν τη Γευγελή και τη Στρώμνιτσα. Παρόλες όμως τις προόδους, ο ύπουλος μηχανισμός του βουλγαρι­κού κομιτάτου πέτυχε, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Οκτώβριο, να εξοντώ­σει περί τους 223 Έλληνες και 325 σλαβόφωνους φιλελληνικών τάσεων.

Από τις αρχές του 1908, τα ελληνικά σώματα, δυνάμεως 10-40 ανδρών, βρέθηκαν σε αρκετά πλεονεκτική θέση, τόσο από πλευράς κύρους, γοή­τρου και ισχύος, όσο και από πλευράς θέσεων. Η υπεροχή τους έναντι των Βουλγάρων ήταν αισθητή και αναμφισβήτητη. Στη Δυτική Μακεδονία, ο α­γώνας συνεχίζεται δραστήρια με αποκορύφωμα τις νικηφόρες συγκρούσεις Ιεροπηγής και Πιπερίτσας (περιοχή Βεύης).

Στις άλλες περιοχές της Μακεδονίας τα ελληνικά σώματα σταθερο­ποίησαν τα αποτελέσματα των προηγούμενων ετών, ενώ στις πόλεις η ελ­ληνική κυριαρχία έγινε αδιαμφισβήτητη. Το Φεβρουάριο του 1908, δολοφονήθηκε από τους Βουλγάρους ο Θεόδωρος Ασκιτής, διερμηνέας του ελλη­νικού Γενικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη. Η τοπική ελληνική Οργάνωση ανταπέδωσε ακαριαία τη δολοφονική ενέργεια, με πολλά και παρόμοια πλήγματα. Επίσης, κατά το ίδιο έτος 1908, δολοφονήθηκε ο μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος.

Στις 9 Ιουλίου 1908, έγινε το κίνημα των Νεοτούρκων, το οποίο έθεσε τέρμα στο Μακεδονικό Αγώνα. Οι Βούλγαροι βρήκαν δικαιολογία να κατα­θέσουν τα όπλα τους, χωρίς να ομολογήσουν την ήττα τους. Κατόπιν αυ­τών τα ελληνικά σώματα, έχοντας εκπληρώσει τον προορισμό τους, διαλύ­θηκαν ομαλά.

Οι Πρωτεργάτες του Ένοπλου Αγώνα και οι Απώ­λειες.

Στον ένοπλο αγώνα του Ελληνικού Έθνους στη Μακεδονία συμμετείχαν:

  • Ως αρχηγοί σωμάτων, αξιωματικοί 54, υπαξιωματικοί 8 και
    ιδιώτες 20.
  • Ως οπλαρχηγοί, περίπου 75 υπαξιωματικοί και περισσότε­ροι από 50 ιδιώτες.
  • Ακαθόριστος αριθμός ομαδαρχών και ανταρτών, από την Ελεύθερη Ελλάδα και τη Μακεδονία.

Για την επιτυχία του μεγάλου εθνικού έργου του Μακεδονι­κού Αγώνα σκοτώθηκαν:

  • Από τους αρχηγούς σωμάτων, αξιωματικοί 10, ιδιώτες 5.
  • Από τους οπλαρχηγούς και ομαδάρχες 55.
  • Οπλίτες των σωμάτων και άμεσοι συνεργάτες τους (πράκτορες-πληροφοριοδότεςς) 570.
  • Ακαθόριστος αριθμός λοιπών αγωνιστών από τη Μακεδο­νία, οι οποίοι με διάφορους άλλους τρόπους συνέβαλαν στην επιτυχία του Αγώνα.

Το μεγαλύτερο φόρο αίματος στο Μακεδονικό Αγώνα, μετά τη Μακεδονία, πλήρωσε η Κρήτη. Υπολογίζεται ότι οι Κρήτες αγωνιστές που έπεσαν ανέρχονται σε 136. Επίσης, στο μεγάλο φόρο του αίματος συνέβα­λαν με τη θυσία τους γενναίοι αγωνιστές από τη Μάνη, Μεσσηνία, Αρκαδία, Αθήνα, Ρούμελη, Ήπειρο, Θεσσαλία, Θράκη, Μ. Ασία και από κάθε γωνία του Ελεύθερου Ελληνισμού.

Διαπιστώσεις-Συμπεράσματα

Ο Ελληνικός Αγώνας στη Μακεδονία, κατά τα έτη 1904-1908, στέφθηκε από επιτυχία και έσωσε τη Μακεδονία από τη βουλγαρική και σλαβι­κή απειλή. Παράλληλα, ανυψώθηκε το πολεμικό φρόνημα του ελληνικού λαού, που είχε καταπέσει μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 και προπαρασκευάστηκε, σε μεγάλο βαθμό, το έδαφος των θριάμβων του ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913.

Η Μεγάλη Εκκλησία και το Ελληνικό Σχολείο υπήρξαν οι πρώτοι στόχοι της σλαβικής προπαγάνδας και του βουλγαρικού κομιτάτου. Όμως, αντιστάθηκαν με πείσμα και συνέχισαν δραστήρια και σταθερά το εθνοσωτήριο έργο τους. Ιδιαίτερα, η Εκκλησία υπήρξε σανίδα σωτηρίας του γένους και της πίστεως. Η προσφορά της υπήρξε ανυπολόγιστη, το έργο της σωτήριο και η απήχησή της τεράστια.

Ο Ίων Δραγούμης και ο Γερμανός Καραβαγγέλης, ιδεολόγοι και ενθουσιώ­δεις, υπήρξαν οι κήρυκες και οι απόστολοι της ιδέας της ένοπλης άμυνας, ενώ ο Δημήτριος Καλλέργης και ο Λάμπρος Κορομηλάς, έμπειροι και γνώ­στες του μεγάλου μακεδονικού προβλήματος, αναδείχτηκαν οι κατ’ εξοχήν οργανωτές της.

Ο Παύλος Μελάς υπήρξε ενθουσιώδης πρωταγωνιστής της Μακεδονικής άμυνας. Ο θάνατος του στο χωριό Στάτιστα (Μελάς) της Καστοριάς αποτέλεσε το σύμβολο του αγώνα και το αίμα του θέρμανε την αλληλεγγύη με­ταξύ των ελεύθερων και υπόδουλων Ελλήνων. Γέννησε έκτοτε νέους μάρ­τυρες, αλλά και ήρωες νέους, για τη συνέχιση του αγώνα και τη σωτηρία του Μακεδονικού Ελληνισμού.

Η ίδρυση του Ελληνικού Μακεδονικού Κομιτάτου, αν και βράδυνε, υ­πήρξε ορθή λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος της διασώσεως του Μακεδονικού Ελληνισμού. Η δημιουργία περιφερειακών κέντρων διευ­θύνσεων του αγώνα σε όλα τα Ελληνικά Προξενεία της Μακεδονίας, καθώς και η επάνδρωσή τους με αξιωματικούς, ήταν επίσης εύστοχη ενέργεια.

Πάντως, πέρα από τις συγκεκριμένες υπηρεσίες φορέων και ατόμων, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η νικηφόρα έκβαση του Μακεδονικού Α­γώνα ήταν αποτέλεσμα των αστείρευτων ηθικών δυνάμεων του Έθνους, και ιδιαίτερα του αγωνιστικού πνεύματος ολόκληρης στρατιάς από ιεράρ­χες, ιερείς, στρατιωτικούς, δασκάλους, υπαλλήλους και ανθρώπους κάθε κοινωνικής ομάδας, ακόμα και απλούς χωρικούς. Και μεταξύ των προέχουσα θέση στην τιμή και ευγνωμοσύνη του Έθνους έχουν σι εκατοντάδες των πεσόντων, γνωστών και αγνώστων.

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο Μακεδονικός Αγώνας αποτελεί μια από τις λαμπρότερες και διδακτικότερες πτυχές της νεότερης πολεμικής ι­στορίας του Έθνους μας, και ειδικότερα πηγή εμπνεύσεως για τους νέους και προσφοράς υπηρεσιών τους σε δύσκολες και κρίσιμες εθνικές δοκιμα­σίες, όπως εκείνη του 1904-1908.

Τέλος, κατά κοινή διαπίστωση Ελλήνων και ξένων ιστορικών (Άγγλος D. Dakin), ο Μακεδονικός Αγώνας θα ήταν αδύνατο να επιτύχει τους στό­χους του χωρίς την ολόψυχη συμπαράσταση του Ελληνισμού της Μακε­δονίας στα γενναία ανταρτικά σώματα. Επίσης, ότι η σημασία του αγώνα ε­κείνου είναι τόσο σημαντική, όσο και εκείνη του αγώνα της Εθνικής Επο­ποιίας του 1821, γιατί χάρη σ’ αυτόν, η Ελλάδα κατόρθωσε να σώσει τη Μα­κεδονία και τον πληθυσμό της και να δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋπο­θέσεις για την απελευθέρωσή της κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912­-1913.

Ισχύει από 19/10/2026.

Text Size

Current Size: 100%

Ο ιστότοπος μας κατέκτησε το 3ο Βραβείο το 2013 στον 6ο Διαγωνισμό Ελληνόφωνων εκπαιδευτικών Ιστοτόπων.

Διαβάστε περισσότερα στο σχετικό άρθρο.

GTranslate