Ο Ντέιβιντ Μπράιαν Ράσμπαουμ (David Bryan Rashbaum, Έντισον, 7 Φεβρουαρίου1962) είναι Αμερικανός μουσικός. Παίζει πλήκτρα στο συγκρότημα Bon Jovi και κάνει δεύτερα φωνητικά, ενώ συχνά στις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος τραγουδάει ένα μέρος ή ολόκληρο το τραγούδι "In these arms" μόνος του.
O Κώστας Βάρναλης (26 Φεβρουαρίου 1884 – 16 Δεκεμβρίου 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.
Κάθε χρόνο, στις 30 Ιανουαρίου, η Εκκλησία τιμά από κοινού τους τρεις Μεγάλους Πατέρες και Οικουμενικούς Δασκάλους, τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Στην Ελλάδα τιμώνται ως προστάτες της εκπαίδευσης και των γραμμάτων.
Δεν είναι τυχαίο πως στις ημέρες που ζούμε κι ενώ η τεχνολογία έχει προχωρήσει τόσο πολύ συνεχίζουμε να κάνουμε αφιερώματα στο ραδιόφωνο που είναι ο πιστός μας σύντροφος χρόνια τώρα… Μας ενημερώνει, μας διασκεδάζει, μας κρατάει παρέα, αφήνει τη φαντασία μας ελεύθερη, μας μορφώνει, μας επιτρέπει να διαδράσουμε με τους μουσικούς παραγωγούς και μέσω αυτών με το ευρύτερο κοινό.
Ο Γιώργος Σεφέρης (Βουρλά, Σμύρνη, 13 Μαρτίου 1900 – Αθήνα, 20 Σεπτεμβρίου 1971) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και ποιητής και ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ. Είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και εκ των δύο μοναδικών Ελλήνων βραβευμένων με Νόμπελ Λογοτεχνίας, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη.
Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (Johann Sebastian Bach, Άϊζεναχ, 31 Μαρτίου 1685 - Λειψία, 28 Ιουλίου 1750) ήταν Γερμανός συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας, μουσικοπαιδαγωγός και εκτελεστής (οργανίστας, κλειδοκυμβαλίστας, βιολιστής και βιολονίστας) της περιόδου Μπαρόκ.
Ο Μανώλης Αγγελόπουλος (Καβάλα (ή Δράμα), 8 Απριλίου 1939 - Λονδίνο, 2 Απριλίου 1989) ήταν Έλληνας ρομά τραγουδιστής με καριέρα στο λαϊκό τραγούδι, κυρίως κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980. Έπεσε θύμα λογοκρισίας των ΜΜΕ λόγω της ιδιαίτερης καταγωγής του. Απεβίωσε στο Λονδίνο λόγω επιπλοκών της καρδιάς του στα 49 του χρόνια.
Ο Τζακ Τζόζεφ Νίκολσον (Jack Joseph Nicholson, γενν. 22 Απριλίου 1937) είναι Αμερικανός ηθοποιός, βραβευμένος με 3 Βραβεία Όσκαρ από τις 12 φορές που προτάθηκε και 7 Χρυσές Σφαίρες.
Ο Τζακ Νίκολσον γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη και ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας μικρoύς ρόλους.
Η ακμή στη σταδιοδρομία του Νίκολσον ξεκίνησε με την ταινία Ξένοιαστος Καβαλάρης (Easy Rider, 1969). Η ερμηνεία του χαρακτήρα ενός μέθυσου δικηγόρου οδήγησε στην υποψηφιότητά του για το Βραβείο Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου. Ακολούθησε η ταινία Πέντε Εύκολα Κομμάτια (Five Easy Pieces, 1970), που προτάθηκε για Όσκαρ για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, αυτή τη φορά Α'ανδρικού ρόλου και στη συνέχεια οι ταινίες Η Διπλή Ζωή της Ντέιζι Γκέιμπλ (On a Clear Day You Can See Forever, 1970), Η Γνωριμία της Σάρκας (Carnal Knowledge, 1971), Το Τελευταίο Απόσπασμα (The Last Detail, 1973) και η κλασσική ταινία του Ρόμαν Πολάνσκι Τσάιναταουν( Chinatown, 1974). Για την ηθοποιία του στις δύο τελευταίες ο Νίκολσον προτάθηκε για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου.
Το πρώτο του Όσκαρ Α' ανδρικού ρόλου, το κέρδισε για την ερμηνεία του στην ταινία του Μίλος Φόρμαν Στη Φωλιά του Κούκου (One Flew Over the Cuckoo's Nest, 1975).
Ακολούθησαν οι ταινίες The Passenger (1975), Οι Φυγάδες του Μισούρι (The Missouri Breaks, 1976) και Ο Τελευταίος των Μεγιστάνων(The Last Tycoon, 1976).
Αν και δεν κέρδισε κάποιο βραβείο η ερμηνεία του στην ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ Η Λάμψη (The Shining, 1980), αυτή παραμένει μια από τις πιο καλές του και ίσως η πιο κλασσική. Μεγάλη επιτυχία σημείωσε επίσης η ταινία Ο Ταχυδρόμος Χτυπάει Πάντα Δυο Φορες (The Postman Always Rings Twice, 1981). Για τον ρόλο του στο Οι Κόκκινοι (Reds, 1981) προτάθηκε για Όσκαρ Β' ανδρικού ρόλου, δυο χρόνια αργότερα κέρδισε το όσκαρ Β' ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του στο Σχέσεις Στοργής (Terms of Endearment, 1983), ενώ για το Καλύτερα δε Γίνεται (As Good As It Gets) του 1997 κέρδισε το τρίτο του όσκαρ. Επίσης προτάθηκε για Όσκαρ για τις ταινίες Η Τιμή των Πρίτσι (Prizzi's Honor, 1985), Ξένοι στην Ίδια Πόλη (Ironweed, (1987), Ζήτημα Τιμής(A Few Good Men) (1992) και Σχετικά με τον Σμιντ (About Schmidt, 2002). Στον αντίποδα των επιτυχιών αυτών ήταν η διάκρισή του για το Χρυσό Βατόμουρο ως χειρότερος Ηθοποιός της Χρονιάς, για τις ταινίες του Ο Προστάτης (Man Trouble) και Χόφφα (Hoffa, 1992).
Η ταινία Batman (1989), στην οποία ενσαρκώνει τον ψυχοπαθή εγκληματία Τζόκερ, σημείωσε τεράστια εισπρακτική επιτυχία. Ο Νίκολσον προσωπικά κέρδισε κατόπιν ειδικής συμφωνίας το αστρονομικό ποσό των 60.000.000 δολαρίων.
Οι πιο πρόσφατες ταινίες του είναι οι Κάλλιο Αργά παρά... Αργότερα (Something's Gotta Give, 2003), Ο Πληροφοριοδότης (The Departed, 2006) και Επιθυμίες...στο παρά πέντε (The Bucket List, 2007)
Το σημερινό κομμάτι είναι μια επανεκτέλεση ενός πασίγνωστου γαλλικού τραγουδιού, που θεωρώ ότι είναι αγένεια να μην σας προσφέρω, τουλάχιστον κάποιες από τις πιο γνωστές.
και η πιο πρόσφατη από την Lady Gaga, από την ταινία "A star is born"
Το σημερινό εξώφυλλο που διαλέξαμε είναι από το soundtrack της ταινίας "Something’s Gotta Give" με συμπρωταγωνιστές την Diane Keaton και τον Jack Nicholson. Καταρχήν μας αρέσει το ζεστό, ευτυχισμένο, γεμάτο ζωντάνια χαμόγελο των πρωταγωνιστών. Επιπλέον είναι ένα όμορφο jazzy soundtrack μιας απολαυστικής ταινίας. Η Diane Keaton δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες της και η ταινία είναι ξεκαρδιστική, στέλνοντας όμως ταυτόχρονα και όμορφα μηνύματα για τη ζωή. Ελπίζουμε να απολαύσετε το άλμπουμ όπως εμείς, με ζωγραφισμένο στο πρόσωπό σας ένα χαμόγελο ανάλογο των πρωταγωνιστών.
Η Ειρήνη (Ρένα) Κουμιώτη (3 Μαΐου 1948 - 3 Απριλίου 2023) ήταν Ελληνίδα τραγουδίστρια του νέου κύματος.
Γεννήθηκε στην Αθήνα, στη Νέα Ιωνία. Οι γονείς της ήταν πρόσφυγες. Ο πατέρας της Σμυρνιός, η μάνα της Κωνσταντινοπολίτισσα. To 1968 δουλεύει στην «Απανεμιά» όπου ήρθε και ο Μανώλης Μητσιάς, που μόλις είχε κατέβει απ' τη Θεσσαλονίκη. Δεν είχε περάσει μήνας από τότε που άρχισε να δουλεύει στο μαγαζί και κάποιο βράδυ την ακούει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και της προτείνει να τραγουδήσει με τον Γιάννη Πουλόπουλο στο δίσκο «ο Δρόμος» που ετοίμαζαν μαζί με τον Μίμη Πλέσσα.
Το πρώτο τραγούδι που είπε ήτανε το «Δώσε μου το στόμα σου» το γνωστό «χελιδονάκι». Και μετά το «Πρώτη φορά».
Είχε συνεργαστεί με όλους τους γνωστούς δημιουργούς και τραγουδιστές της εποχής, σε διάφορα νυκτερινά κέντρα αλλά και σε θεατρικές παραστάσεις
Από το 1995, έκανε μόνο συναυλίες τα καλοκαίρια και επιλεκτικές εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές.
Η μακρά αποχή από τη δισκογραφία, όπως φαίνεται δεν την έβλαψε. Η Ρένα Κουμιώτη έκανε αυτό που ήξερε καλά και αγαπούσε. Να τραγουδά για μας. Η ανεπανάληπτη χροιά, η δωρική στάση του σώματος και το καθαρό μέταλλο της φωνής της, δικαίως την κατατάσσουν στις κορυφαίες Ελληνίδες τραγουδίστριες της γενιάς της. Οι συγκλονιστικές ερμηνείες της παραμένουν αξεπέραστες.
Την ίίδια ημέρα δεκατέσσερα χρόνια νωρίτερα γεννήθηκε ο Ζωρζ Μουστακί (Georges Moustaki, 3 Μαΐου 1934 − 23 Μαΐου 2013), Γάλλος τραγουδιστής και συνθέτης.
Ο Ζωρζ Μουστακί γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και πέθανε στη Νίκαια. Οι γονείς του ονομάζονταν Νεσίμ και Σάρα και κατάγονταν από την Κέρκυρα, έλληνες εβραϊκής καταγωγής. Στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια είχαν ένα βιβλιοπωλείο και έρχονταν σε επαφή με πολλές κουλτούρες. Στο σπίτι μιλούσαν κατά κανόνα ιταλικά, αλλά στους δρόμους με τα άλλα παιδιά μιλούσε αραβικά. Οι γονείς του έδωσαν στον μικρό Μουστακί και στις αδελφές του γαλλική παιδεία, βάζοντάς τον σε γαλλικό σχολείο. Όμως, δεν απαρνήθηκε τις ελληνικές ρίζες του αν και δεν έμαθε τη γλώσσα.
Ο ίδιος έλεγε "Είμαι Έλληνας από πατέρα, μητέρα και παππού, με ρίζες στη Μικρά Ασία, τα Ιωάννινα, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Η Αλεξάνδρεια, αν και μου χάρισε τον κοσμοπολιτισμό των Πτολεμαίων, με απομάκρυνε από την ελληνικότητά μου.".
Ο Μουστακί τραγούδησε σε πολλές γλώσσες: γαλλικά, ιταλικά, ελληνικά, πορτογαλικά, ισπανικά, αγγλικά και αραβικά. Τα εκατοντάδες τραγούδια του έχουν ρομαντικό ύφος και οι στίχοι του είναι ποιητικοί. Οι μελωδίες του είναι απλές και εύκολα αφομοιώσιμες από το κοινό.
Εκτός από τον ίδιο, τα τραγούδια του έχουν τραγουδήσει σπουδαίοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες, όπως η Εντίτ Πιάφ (μεταξύ άλλων το περίφημο: Μιλόρντ - Milord), η Δαλιδά (όπως τη μεγάλη επιτυχία: Τζίτζι λ’ αμορόζο - Gigi l'amoroso)
Τη δεκαετία του 1960 μετέφρασε στα γαλλικά και τραγούδησε τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Έτσι ξανασυνδέεται με την ελληνική του ρίζα και το 1966 επισκέπτεται την Ελλάδα για πρώτη φορά. Αργότερα θα πει πολλά τραγούδια του Χατζιδάκι, μεταξύ άλλων την «Πορνογραφία».
Το 1970 πρωταγωνίστησε με τον Μίκη Θεοδωράκη στην ταινία μικρού μήκους (διάρκειας 20΄) του Ροβήρου Μανθούλη: «ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΥΟ» («NOUS SOMMES DEUX»), στην οποία τραγουδά στα γαλλικά τα τραγούδια που είχε γράψει στη φυλακή ο Μίκης.
Στην Ελλάδα έγιναν μεγάλες επιτυχίες τα τραγούδια του (στίχοι του Δημήτρη Χριστοδούλου):
«Ο Μέτοικος», το οποίο τραγούδησε το 1971 ο Γιώργος Νταλάρας.
«Μεσόγειος», που ερμήνευσε το 1973 η Βίκυ Μοσχολιού.
Διαλέξαμε για διάφορους λόγους το σημερινό εξώφυλλο του δίσκου «Δρόμος», του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, μαζί με τον Γιάννη Πουλόπουλο και την Πόπη Αστεριάδη που συμμετέχει η Ρένα Κουμιώτη. Καταρχήν μας άρεσε πολύ το περιεχόμενο του! Από αισθητικής άποψης είναι πολύ ωραία η εικονογράφηση του εξώφυλλου με ένα δρόμο με όμορφα, χρωματιστά σπίτια με νεοκλασσική αρχιτεκτονική στον οποίο πορεύεται ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Και μπορεί να είναι ανηφορικός, όπως μεταφορικά θα μπορούσαμε να πούμε είναι η ζωή, αλλά ανταμείβει η ομορφιά του. Ο άλλος λόγος που επιλέξαμε αυτό τον δίσκο είναι γιατί αποτέλεσε την αιτία που η καριέρα της εκτινάχθηκε. Και ο τελευταίος λόγος που διαλέξαμε το εξώφυλλο είναι γιατί ανήκει στον πιο εμπορικό δίσκο στην Ελλάδα, με πάνω από 1.000.000 πωλήσεις, μόνο σαν δίσκος βινυλίου! Και οι πωλήσεις συνεχίζονται όταν πρόκειται για τέτοιους δίσκους που αγγίζουν τις καρδιές μας όσα χρόνια και να περάσουν.
Η Όντρεϊ Χέπμπορν (Audrey Hepburn, 4 Μαΐου 1929 – 20 Ιανουαρίου1993) ήταν Βρετανίδα ηθοποιός, μία από τις πλέον φημισμένες παγκοσμίως τον 20ό αιώνα. Βραβευμένη με Όσκαρ, Τόνυ, Έμμυ και Γκράμι εμφανίστηκε σε πολυάριθμες παραγωγές του θεάτρου, του κινηματογράφου και σε παραστάσεις του Μπρόντγουεϊ, ενώ παραμένει ένα από τα λιγοστά άτομα που έχουν κερδίσει και τα τέσσερα βραβεία. Το 1989 κατετάγη στην τρίτη θέση της λίστας των μεγαλύτερων γυναικών σταρ όλων των εποχών από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Επίσης αποτέλεσε για πολλά χρόνια σύμβολο της μόδας, καθώς το στιλ της ήταν παροιμιώδους κομψότητας, ενώ αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής της σε ανθρωπιστικά έργα. Από το 1986 μέχρι και το θάνατό της υπηρέτησε ως Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNICEF και τιμήθηκε με το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας για το έργο της.
Κέρδισε το 1953 το Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου για την ταινία «Διακοπές στη Ρώμη». Ήταν υποψήφια για το ίδιο βραβείο τέσσερις ακόμη φορές, για τις ταινίες «Γλυκειά μου Σαμπρίνα», «Η Ιστορία μιας Μοναχής», «Πρόγευμα στου Τίφαννυς» και «Περίμενε Μέχρι Να Νυχτώσει».
Δεν έλαβε υποψηφιότητα για την ερμηνεία της ως Ελίζα Ντούλιτλ στο «Ωραία μου Κυρία», μια από τις πιο αναγνωρισμένες της ηθοποιού.
Είναι από τους λίγους καλλιτέχνες που έχουν κερδίσει Έμμυ, Γκράμι, Όσκαρ και Βραβείο Τόνυ.
Βραβείο Όσκαρ: Καλύτερης ηθοποιού για την ταινία «Διακοπές στη Ρώμη» (1954)
Χρυσή Σφαίρα: Καλύτερη κινηματογραφική ηθοποιός για το «Διακοπές στη Ρώμη» (1954)
Βραβείο Τόνυ: Καλύτερη ηθοποιός για την Οντίν (1954) και Special Achievement award (1968).
Βραβείο Γκράμι: Καλύτερο Αφηγηματικό Άλμπουμ για Παιδιά (1993) για το Audrey Hepburn's Enchanted Tales.
Βραβεία Έμμυ: Outstanding Individual Achievement - Informational Programming (1993) για το επεισόδιο "Flower Gardens" της σειράς της ντοκιμαντέρ, Gardens of the World.
Ακόμη, η Χέπμπορν βραβεύτηκε με το Henrietta Award το 1955 για την παγκοσμίως αγαπημένη ηθοποιό, το Βραβείο Σεσίλ ΝτεΜιλ το 1990 και Βραβείο του Σωματείου Ηθοποιών Κινηματογράφου για τη συνολική προσφορά της το 1992. Η Χέπμπορν βραβεύτηκε μετά θάνατον με το Jean Hersholt Humanitarian Award το 1993.
Το Δεκέμβριο του 1992, ένα μήνα πριν το θάνατό της, η Χέπμπορν έλαβε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας για το έργο της με τη UNICEF. Αυτό αποτελεί μία από τις δύο μεγαλύτερες τιμές που μπορεί να λάβει ένας πολίτης στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το σημερινό εξώφυλλο το αντιστοιχίσαμε εμείς από την αφίσα της ταινίας «Διακοπές στη Ρώμη» σε έναν δίσκο για τη μουσική της ταινίας. Καταρχήν μας αρέσει πολύ το χαμόγελο της Όντρεϊ και η χαρούμενη μορφή των δύο ερωτευμένων νέων. Πάνω στην Vespa χαρακτηριστικό ιταλικό δίτροχο, εκπέμπουν τόση χαρά, λάμψη, ενθουσιασμό για τη ζωή στην πανέμορφη Ρώμη. Η ταξιδιάρικη και αισιόδοξη αύρα της εικόνας μας έκανε να το ξεχωρίσουμε και νομίζουμε ότι ταιριάζει και με τα αληθινά αισθήματα της Όντρεϊ, αφού σε αυτή την ταινία κέρδισε το Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου. Σα να μας λέει: «Η ζωή είναι ωραία»! La vita è bella! Ας το θυμόμαστε!
Χρωστάμε από τις 20 Μαϊου να μιλήσουμε για μια μεγάλη καλλιτέχνη την Cher.
Η Σερ (Cher) (Cherilyn Sarkisian, 20 Μαΐου 1946) είναι Αμερικανίδα τραγουδίστρια, ηθοποιός, σκηνοθέτης και παραγωγός. Αναφέρεται συχνά ως η Θεά της ποπ και έχει βραβευτεί με Όσκαρ, Grammy, Emmy, 4 Χρυσές Σφαίρες, ένα βραβείο από το φεστιβάλ των Καννών και ένα People's Choice Award για το έργο της στην μουσική, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο.
Έχει ξεχωρίσει για την ξεχωριστή κοντράλτο φωνή της αλλά και για την έντονη προσωπικότητά της. Οι πωλήσεις των δίσκων της ξεπερνούν τα 100 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως ως σόλο καλλιτέχνης, έχει λάβει διθυραμβικές κριτικές για τις υποκριτικές της ικανότητες και η καριέρα της μετράει πάνω από 5 δεκαετίες, με αποτέλεσμα να θεωρείται βετεράνος για τον παγκόσμιο χώρο του θεάματος.
Ξεκίνησε την καριέρα της το 1963 στο πλευρό του Sonny Bono. Έπειτα από μεγάλες δισκογραφικές επιτυχίες που έκαναν ως Sonny & Cher, τη δεκαετία του 1970 επιδίωξε να μετατραπεί σε τηλεοπτική ντίβα, παρουσιάζοντας πολύ επιτυχημένα ψυχαγωγικά σόου που άφησαν εποχή και συνάντησε επιτυχία ως solo τραγουδίστρια πλέον, κατορθώνοντας 3 #1 singles στο Billboard chart και αρκετούς χρυσούς δίσκους. Το ξεχωριστό της ινδιάνικο στυλ πέρασε στο πάνθεον της παγκόσμιας μουσικής ιστορίας και καθιέρωσε τάσεις και μόδες που όρισαν την δεκαετία του '70. Την δεκαετία του 1980 ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την καριέρα της στην υποκριτική.
Κέρδισε πολλά βραβεία, συμμετείχε σε ταινίες με καλές κριτικές και το 1986 κέρδισε το βραβείο Όσκαρ A' Γυναικείου Ρόλου για τη ταινία "Κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού". Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και έπειτα από μια "χλιαρή περίοδο" στην καριέρα της, κυκλοφόρησε το άλμπουμ Believe το οποίο πούλησε περισσότερα από 20 εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ το ομώνυμο single μπήκε στη λίστα με τα 30 πιο εμβληματικά και εμπορικά επιτυχημένα singles όλων των εποχών. Με αυτό το single κατάφερε να γίνει η μοναδική καλλιτέχνης με χρονική διαφορά 33 ετών ανάμεσα στο πρώτο και το τελευταίο #1 single της στο Hot 100 Chart της Αμερικής. Επιπλέον είναι η μοναδική καλλιτέχνης με Top 10 επιτυχίες στο Billboard Chart των Ηνωμένων Πολιτειών σε κάθε μία από τις προηγούμενες 6 δεκαετίες.
Η καριέρα της έχει εγκωμιαστεί από τους περισσότερους καλλιτέχνες ιδίως όσο αφορά τη διάρκειά της αλλά και την ικανότητά της να προσαρμόζεται πάντα στα μουσικά δρώμενα της εποχής και να είναι επίκαιρη. Καθιέρωσε την γυναικεία αυτονομία σε έναν κατά βάση ανδροκρατούμενο χώρο και κατάφερε να εξελιχτεί σε ένα από τα μεγαλύτερα fashion icons που έχουν υπάρξει για τις πάντα εκκεντρικές εμφανίσεις της και την ξεχωριστή της σκηνική παρουσία.
Το 2005 η περιοδεία της "Living Proof : The Farewell Tour" είχε καταφέρει εισπράξεις 294 εκατομμυρίων δολαρίων από συνολικά 326 συναυλίες σε 20 χώρες με αποτέλεσμα να θεωρηθεί η πιο επιτυχημένη σε εισπράξεις περιοδεία από γυναίκα τραγουδίστρια όλων των εποχών μέχρι που έχασε την πρώτη θέση το 2008 από τη "Sticky & Sweet Tour" της Μαντόνα με εισπράξεις 437 εκατομμυρίων δολαρίων. Το 2008 υπέγραψε τετραετές συμβόλαιο 180 εκατομμυρίων δολαρίων με το Caesar's Palace του Las Vegas για το σόου της "Cher at the Colosseum" με το οποίο πραγματοποίησε 192 συναυλίες. Ήταν το δεύτερο ακριβότερο συμβόλαιο που έχει υπογράψει καλλιτέχνης στην ιστορία των residency shows με πρώτη την Σελίν Ντιόν. Η περιοδεία της "Do you believe? World Tour" του 1999 της είχε αποφέρει εσιπράξεις 160 εκατομμυρίων δολαρίων και είχε θεωρηθεί μία από τις πιο επιτυχημένες περιοδείες όλων των εποχών. Το 2013 η Σερ επέστρεψε δισκογραφικά μετά από αρκετά χρόνια με το άλμπουμ "Closer to the truth" ενώ για το 2014 πραγματοποίησε παγκόσμια περιοδεία της με τίτλο "Dressed To Kill Tour". Τον Φεβρουάριο του 2017 ξεκίνησε πάλι να δίνει συναυλίες με το σόου Classic Cher.
Παράλληλα με τη μουσική και την ηθοποιία, έχει παράξει πλούσιο φιλανθρωπικό έργο και έχει διακριθεί για τον κοινωνικό της ακτιβισμό ιδίως σε ΛΟΑΤ δικαιώματα και την πολιτική της επιρροή σε θέματα που αφορούν την ενέργεια, το περιβάλλον και την διαχείριση φυσικών πόρων.
Το σημερινό εξώφυλλο είναι από το ένατο άλμπουμ της Σερ “Heart of Stone” (1989). Έχει μια ιδιαίτερη εικονογράφηση με την Σερ να φωτογραφίζεται με μια πέτρινη, αλλά ραγισμένη καρδιά, στέλνοντας ένα μήνυμα ότι ακόμα και οι δυνατές καρδιές ραγίζουν. Περιέχει πολλές επιτυχίες, αλλά ένα τραγούδι που ξεχωρίζουμε είναι το "If I Could Turn Back Time". Μας αρέσει πολύ ο έντονος ρυθμός του και ο τίτλος του τραγουδιού. Γιατί μας θυμίζει ότι ο χρόνος περνάει και χάνεται. Είναι ωραίο λοιπόν να ζούμε το σήμερα!
Χρωστάμε από τις 22 Μαΐου ένα αφιέρωμα στον Βίλχελμ Ρίχαρντ Βάγκνερ (Wilhelm Richard Wagner). Γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1813 στη Λειψία της Γερμανίας και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 1883 στη Βενετία της Ιταλίας. Ήταν πρωτοποριακός Γερμανός ρομαντικός συνθέτης, ποιητής και μουσικολόγος του 19ου αιώνα.
Η ταραχώδης ζωή του τον οδήγησε από τη Λειψία στη Ρίγα, στο Παρίσι, στη Δρέσδη, στη Ζυρίχη, στο Μπίμπριχ (κοντά στον ποταμό Μάιντς), στη Βιέννη, στη Λίμνη Στάρνμπεργκ, στο Μόναχο, στη Λουκέρνη, στο Μπαϊρόιτ, παραλείποντας άλλα μέρη βραχυπρόθεσμης παραμονής του. Οι συχνές αυτές μετακινήσεις του οφείλονταν στη δίωξη του από δανειστές του ή από εξοργισμένες κυβερνήσεις. Συχνά επίσης καταχράστηκε χρήματα από τις συζύγους των φίλων του ως αυτονόητο τίμημα που έπρεπε να καταβάλλουν στη μεγαλοφυΐα του.
Ο Βάγκνερ παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη με τη Μίνα Πλάνερ, και τη δεύτερη με την κόρη τού Λιστ, Κόζιμα, η οποία εγκατέλειψε για τον Βάγκνερ τον πρώτο της σύζυγο, τον διάσημο πιανίστα Χανς φον Μπύλοφ, ο οποίος ήταν παράλληλα και ένας από τους πλέον αφοσιωμένους οπαδούς του Βάγκνερ.
Ο Βάγκνερ ήταν αντισημίτης και ξενόφοβος και τα χαοτικά φυλλάδιά του ενθουσίασαν κατά τον 20ό αιώνα τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος είχε δηλώσει ότι τα έργα του Βάγκνερ είναι τα πλέον κατάλληλα ακούσματα για τα αυτιά των γνήσιων Γερμανών. Παρ’ όλα αυτά, οι τελευταίες δέκα από τις δεκατρείς όπερές του κατέχουν εξέχουσα θέση στο διεθνές ρεπερτόριο της Όπερας. Πρόκειται για πραγματικά αριστουργήματα, που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας της μουσικής.
Ο Βάγκνερ μεταμόρφωσε την όπερα σε «μουσικό δράμα» (Musikdrama): σε ένα ιδανικό μείγμα μουσικής, ποίησης, χορού και οπτικής απόλαυσης. Ο Βάγκνερ διαφωνούσε έντονα με το χαρακτηρισμό των έργων του ως «μουσικών δραμάτων», διότι πίστευε πως ο χαρακτηρισμός αυτός δεν απέδιδε την ουσία του συνθετικού του έργου. Για αυτόν «η μουσική είναι μία τέχνη ομιλούσα και δρώσα, ενώ η μουσική μορφή είναι μια μορφή έκφρασης, μια διατύπωση. Μια διατύπωση, όμως, είναι ολοκληρωμένη όταν είναι σε τέτοιο βαθμό προσφυής ως προς το περιεχόμενο που εκφράζει, ώστε η ίδια να παραμένει απαρατήρητη. Η μουσική μορφή είναι ένα μέσο που αφομοιώνεται στη λειτουργία την οποία εκτελεί χωρίς να αποκτά αυτόνομη ύπαρξη και σημασία.» Σημαντική θέση στην επαναστατική σύλληψη ενός τέτοιου συνδυασμού μουσικής και δραματουργίας κατέχει η συστηματική χρήση αυτού που αποκαλούμε καθοδηγητικό μοτίβο, ή αλλιώς "leit motiv". Η χρήση του καθοδηγητικού μοτίβου (που έφθασε στο απόγειό της στον κύκλο Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν) συνίσταται στην αξιοποίηση ενός μοτίβου ή μουσικού θέματος ως «εκπρόσωπου» για κάθε ήρωα, αντικείμενο ή βασική ιδέα του έργου (ή πολλών έργων στην περίπτωση του Δαχτυλιδιού). Το μοτίβο αυτό εμφανίζεται δεκτικό αλλοιώσεων, επεξεργασίας ή και συνδυασμού με άλλα μοτίβα, ανάλογα με τις δραματουργικές ανάγκες του έργου. Ο Βάγκνερ διεύρυνε τους ορίζοντες του αρμονικού συμβάντος της εποχής του και τα τελευταία χρόνια της ζωής του χαρακτηρίζονται από μουσικό πλούτο και περιπλοκότητα, ενώ προετοίμασαν το έδαφος για πολλές από τις μουσικές εξελίξεις του επόμενου αιώνα. Άλλη σημαντική προσφορά του Βάγκνερ ήταν η πρωτοβουλία του (και η καθοριστική συμβολή του στη χρηματοδότηση) για την ανέγερση ενός εκπληκτικού θεάτρου, του Festpielhaus στο Μπαϊρόιτ (Βαυαρία) όπου τα έργα του θα μπορούσαν να παρουσιάζονται σε ιδεώδεις για την εποχή συνθήκες.
Πέθανε το 1883 έχοντας ήδη αναγνωριστεί πανευρωπαϊκά ως μουσική μορφή.
Σαν σήμερα όμως στις 23 Μαΐου του 1923, γεννήθηκε η συγγραφέας και ηθοποιός Ζωρζ Σαρή. Γεωργία Σαρηβαξεβάνη, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα.
Μεγαλωμένη στην Αθήνα από μητέρα Γαλλίδα της Σενεγάλης και πατέρα Έλληνα, η Ζωρζ Σαρή τα χρόνια της Κατοχής, και αφού τελείωσε το σχολείο, άρχισε ναπαρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής στη Δραματική Σχολή του Δημήτρη Ροντήρη. Παράλληλα, συμμετείχε στην Αντίσταση και στην ΕΠΟΝ.
Το 1947, αναγκάστηκε να φύγει εξόριστη για το Παρίσι λόγω του Εμφυλίου πολέμου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη γαλλική πρωτεύουσα συνάντησε και τον χειρουργό Μαρσέλ Καρακώστα, με τον οποίο παντρεύτηκε και έκαναν δύο παιδιά. Εκτός από την καριέρα της στο θέατρο εργάστηκε ως ηθοποιός στον κινηματογράφο. Από τις ταινίες που συμμετείχε ξεχωρίζουν οι εξής: ”Ο άνθρωπος του τρένου” (1958), ”Έγκλημα στα παρασκήνια” (1960), ”Το μπλοκο” (1965), ”Happy day” (1977). Παράλληλα πρωταγωνίστησε και σε τηλεοπτικές σειρές της ΕΡΤ: ‘‘Απόμαχοι” (1982),”Φανή” (1989), κ.ά.
Εκτός από την ενασχόλησή της με την υποκριτική η Ζωρζ Σαρή ασχολήθηκε και με την συγγραφή παιδικών και εφηβικών βιβλίων. Από τα έργα της ξεχωρίζουν το βιβλίο ”Ε.Π.” (Ενωμένες Πάντα) το οποίο βασίζεται στις αναμνήσεις από τα παιδικά της χρόνια. Σε αυτό περιγράφει τα σχολικά της χρόνια και τη φιλία της με την επίσης συγγραφέα Άλκη Ζέη. Ακόμη, από τα βιβλία της ξεχωρίζουν τα εξής: ”Το ψέμα” (1970), ”Όταν ο ήλιος…” (1969), ”Τα γενέθλια” (1977) και ”Ο θησαυρός της Βαγίας” (1969) το οποίο μεταφέρθηκε και στην τηλεόραση από την ΕΡΤ το 1984.
Μαζί με την Άλκη Ζέη καθιέρωσε ένα νέο στυλ στο νεανικό μυθιστόρημα, τόσο από την άποψη του ζωντανού, αυτοβιογραφικού ύφους, όσο και της εισαγωγής του πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου στο είδος, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα η πολιτική σκέψη να μην αποτελεί πια προνόμιο μόνο των ενηλίκων. Με τα βιβλία της οδήγησε στην απομάκρυνση της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας από τα πρότυπα του 19ου αιώνα, στα οποία κυριαρχούσε το προστατευτικό ύφος, ο ηθικοπλαστικός διδακτισμός και η προβολή ενός ιδεατού κόσμου. Η Ζωρζ Σαρή αντιμετώπισε το παιδί ως αυτόνομο άτομο με δική του προσωπικότητα και προέβαλε ήρωες ρεαλιστικούς.
Το 1994 βραβεύτηκε με το Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου για το μυθιστόρημα Νινέτ. Το 1995 και το 1999 βραβεύτηκε από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Το 1988 προτάθηκε για το διεθνές βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ως ηθοποιός τιμήθηκε το 1960 με το βραβείο Β' Γυναικείου ρόλου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη Έγκλημα στα Παρασκήνια.
Το σημερινό εξώφυλλο αποτελεί δικιά μας έμπνευση, αφού τα ήδη υπάρχοντα που έχουν κυκλοφορήσει δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Έτσι διαλέξαμε μια πολύ όμορφη εικόνα εποχής, με έντονα χρώματα και πρωταγωνιστές ένα ζευγάρι, για να δώσει το εξώφυλλο μια εικόνα στο έργο του Ρίχαρντ Βάγκνερ, «Τριστάνος και Ιζόλδη», που βασίστηκε στο δραματικό ποίημα του (1813-1883) Τριστάνος και Ιζόλδη που αποτέλεσε το κείμενο για τη σύνθεση (1857-1859) του ομότιτλου μουσικού δράματος (παγκόσμια πρώτη προβολή στις 10 Ιουνίου 1864, στο Εθνικό Θέατρο της Βαυαρίας στο Μόναχο). Η υπόθεση του δράματος πολυγραφόμενη, αλλά πολύ σημαντική στη ζωή: ο απρόβλεπτος έρωτας μεταξύ δύο νέων. Η ιρλανδή πριγκήπισσα Ιζόλδη ταξιδεύοντας προς την Κορνουάλη επιθυμεί να εκδικηθεί τον επιφανή ιππότη Τριστάνο για τον θάνατο σε μονομαχία του αρραβωνιαστικού της, αλλά τελικά τον ερωτεύεται παράφορα. Οι εξελίξεις στη συνέχεια είναι πολύ έντονες και δραματικές. Το βασικό που τονίζεται μέσα από το έργο, είναι ότι ο έρωτας αναγνωρίζεται ως υπέρτατο αγαθό που υπερβαίνει όλες τις κοινωνικές δεσμεύσεις και συμβάσεις, ως μια ανώτερη ένωση του ατόμου με το σύμπαν!
Ο Μπομπ Ντίλαν (Bob Dylan, 24 Μαΐου 1941), γεννημένος Ρόμπερτ Άλλεν Ζίμμερμαν (Robert Allen Zimmerman), είναι Αμερικανός μουσικός. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους τραγουδοποιούς. Στις 13 Οκτωβρίου 2016, η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο Ρόμπερτ Άλλεν Ζίμμερμαν γεννήθηκε στο Ντουλούθ (Duluth) της Μινεσότα. Ως μαθητής γυμνασίου άρχισε να παίζει φυσαρμόνικα, πιάνο και κιθάρα, ενώ συμμετείχε για πρώτη φορά σε συγκρότημα, τους Golden Chords ερμηνεύοντας τραγούδια των Τσακ Μπέρι (Chuck Berry) και Λιτλ Ρίτσαρντ (Little Richard), με έμφαση στη ροκ εν ρολ, κάντρι, φολκ και μπλουζ μουσική.
Από το 1962 που άρχισε να ηχογραφεί τους πρώτους δίσκους του, η φυσιογνωμία του, ο τρόπος ερμηνείας, οι στίχοι, η μουσική του αλλά και οι ριζοσπαστικές απόψεις του έστρεψαν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του. Απέκτησε ένα ένθερμο κοινό από, δίνοντας πολλές συναυλίες ενώ στίχοι του γίνονταν συνθήματα για τους νέους.
Ο Ντίλαν είναι η νέα φωνή της Αμερικής, είναι η διαμαρτυρία, η άρνηση, η αμφισβήτηση, η επανάσταση. Αυτός όμως αρνείται τον ρόλο της φωνής του κινήματος. Εγκαταλείπει τα τραγούδια διαμαρτυρίας και επηρεασμένος από τους μεγάλους συμβολιστές ποιητές (Μπωντλαίρ, Ρεμπώ και κυρίως τον Τ. Σ. Έλιοτ) δημιουργεί πολύπλοκα ροκ ποιήματα.
Το 1965 αποτελεί έτος ορόσημο. Η ροκ μουσική αμφισβητεί διαρκώς το κατεστημένο, κοινωνικό και πολιτικό. Μια μουσική μόνιμης και διαρκούς αμφισβήτησης. Το καλοκαίρι του 1965 ένα δικό του τραγούδι, το Mr. Tambourine Man γίνεται μεγάλη επιτυχία παιγμένο από τους Byrds.
Έχει ήδη κυκλοφορήσει τρεις μεγάλους δίσκους, που καθορίζουν την ιστορία της ροκ, όπως τον θρυλικό Highway 61 Revisited,με ιστορικά κομμάτια όπως τα Like A Rolling Stone, Ballad For A Thin Man, Desolation Row, τον Bringing it all back home, δίσκος που σηματοδότησε τη στροφή του στο ηλεκτρικό μπλουζ, τον Blonde on Blonde, ένα καταπληκτικό διπλό άλμπουμ, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Οι πιστοί φολκ οπαδοί που τον αποδοκιμάζουν στο Newport Festival (1965) όταν ανεβαίνει στη σκηνή με δερμάτινη ζακέτα και ψηλοτάκουνες μπότες και τολμά να παίξει ηλεκτρική κιθάρα Fender Stratocaster θα δώσουν τη θέση τους σε χιλιάδες νέους θαυμαστές. O 25χρονος Ντίλαν έχει πάνω από 10.000.000 πωλήσεις δίσκων. Γίνεται σημαία, ροκ λάβαρο.
Έχοντας ένα σοβαρό ατύχημα με την μοτοσυκλετα του, αποσύρεται για μερικά χρόνια από την ενεργό σκηνή και με την βοήθεια λίγων καλών συνεργατών και βαθιά επηρεασμένος από την θρησκεία, πειραματίζεται με την μουσική φολκ.
Είμαστε στο τέλος της δεκαετίας του 1960, μια εποχή ασυμβίβαστη, άγρια και ελεύθερη. Η γενιά του πειραματίζεται σωματικά και εγκεφαλικά με ψυχεδελικές ουσίες. Η μουσική ακολουθεί τους ίδιους δρόμους (ψυχεδέλεια, flower power). Ο Ντίλαν, αντίθετα, αποφασίζει να κάνει το αγροτικό του, γυρίζει στις υπαίθριες ρίζες για να κρατηθεί. Ταυτόχρονα απέχει από συναυλίες και κυκλοφορεί δίσκους με διασκευές και επανεκτελέσεις δικών του τραγουδιών,
Το 1974 είναι η χρονιά της μεγάλης επιστροφής. Πραγματοποιεί σειρά θριαμβευτικών συναυλιών με τους Band, από τις οποίες θα κυκλοφορήσει ένας διπλός live δίσκος, Before the flood.
Το 1975 είναι μια μεγάλη και παραγωγική χρονιά για τον Μπομπ Ντίλαν και μια δύσκολη περίοδος για τον γάμο του. Στις αρχές τις χρονιάς κυκλοφορεί το αριστουργηματικό Blood on the Tracks, εμπνευσμένο από την έγγαμη συμβίωση και τις δυσκολίες της. Η χρονιά κλείνει με το Desire, το οποίο περιέχει το Sara, ένα τραγούδι ύμνο στη γυναίκα του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι με αυτό το τραγούδι έφερε ξανά έστω και προσωρινά κοντά του τη Σάρα. Τον Nοέμβριο του 1976 ο Ντίλαν χόρεψε μαζί με τους Νηλ Γιανγκ, Βαν Μόρισον, Έρικ Κλάπτον, Τζόνι Μίτσελ, Dr. John και Ρόνι Χώκινς στο "τελευταίο βαλς" των Band. Η μεγαλειώδης συναυλία ηχογραφήθηκε, κυκλοφόρησε σε δίσκο (The Last Waltz) και κινηματογραφήθηκε από τον Μάρτιν Σκορσέζε.
Το 1977 εκδίδεται το διαζύγιο με τη γυναίκα του. Ο Ντίλαν αναζητά διέξοδο, στην αρχή σε εφήμερες σχέσεις και κατόπιν στον Χριστιανισμό.
Το 1979 το Slow Train Coming ανοίγει μια τριλογία δίσκων, με τους οποίους ο Ντίλαν ψάχνει να βρει εκείνον που βάπτισε όλα τα ζωντανά πλάσματα, ψάχνει την αρχή, το αργοκίνητο τρένο της δημιουργίας. Γίνεται ένας αναγεννημένος Χριστιανός (New-born Christian) τη δεκαετία του '80, αυτή την δύσκολη δεκαετία για όλους τους μύθους της πρώτης rock γενιάς. Τον απορροφούν οι πολλαπλές θρησκευτικές και πολιτικές αναζητήσεις. Όμως συνεχίζει να βγάζει δίσκους, να κάνει περιοδείες, να υπάρχει, να ψάχνεται, και το 1989 κυκλοφορεί έναν εμπνευσμένο δίσκο, σε παραγωγή Daniel Lanoix, το Oh Mercy.
Το 1992 γιορτάζει τα 30 χρόνια επί σκηνής με καλεσμένους όλους τους παλιούς του φίλους. Κάνει παγκόσμια περιοδεία, έρχεται μάλιστα και στην Ελλάδα στις 14 Ιουνίου του 1993. Όλα αυτά τα χρόνια δεκάδες καλλιτέχνες διαφόρων μουσικών ειδών διασκευάζουν τα τραγούδια του. Όμως, η πηγή της έμπνευσης του Ντίλαν δεν στέρεψε. Συνεχίζει να βγάζει μεγάλους δίσκους και να θυμίζει ότι υπάρχει ως ενεργός δημιουργός.
Σχεδόν 60χρονος, κυκλοφορεί το 1997 το Time Out of Mind, γραμμένο πριν και μετά από μια μεγάλη περιπέτεια υγείας με την καρδιά του. Ένας δίσκος κλάσης, ένας δίσκος που φέρει την υπογραφή του ίδιου του Ντίλαν (Love Sick, Dirt Road Blues, Tryin' to get to heaven, Cold Irons Bound, Can't Wait) αλλά παράλληλα ένας σύγχρονος δίσκος που πετυχαίνει και εμπορικά. Το Time Out of mind σαρώνει τα βραβεία Grammy, ανοίγοντας μια περίοδο απόδοσης τιμών.
Τα επόμενα χρόνια βραβεύεται από τον βασιλιά της Σουηδίας, προτείνεται για το Νόμπελ Λογοτεχνίας και παίρνει το Βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι Things have changed. Ο δίσκος του, Love and Theft, κυκλοφόρησε στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, την ίδια ημέρα των τρομοκρατικών επιθέσεων της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης και στο αμερικανικό Πεντάγωνο.
Ο Ντίλαν επιβεβαιώνει ότι διανύει μια ακόμη εφηβεία, συμμετέχοντας σε ταινίες, διαφημιστικά, κυκλοφορώντας νέους αξιόλογους δίσκους, όπως τον Modern Times (2006), τον Together Through Life (2009) και τον Christmas In The Heart, την ίδια χρονιά. Και φυσικά περιοδεύει ανά τον κόσμο σε μια "Never Ending Tour", η οποία ξεκίνησε από το 1988 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Σημαντικό του επίσης δημιούργημα είναι ο πρώτος τόμος της αυτοβιογραφίας του με τίτλο Chronicles.
O Μπομπ Ντίλαν, πολύ μεγάλος μουσικός, στιχουργός και ποιητής επηρέασε όσο λίγοι την σύγχρονη μουσική αλλά και τη σκέψη όσων μεγάλωσαν ή προβληματίστηκαν με τα τραγούδια του. Δεκάδες επίσημοι και ανεπίσημοι δίσκοι, βιογραφίες, διασκευές, ακυκλοφόρητες μαγνητοταινίες και τραγούδια μαρτυρούν το μέγεθος της επιρροής αυτής.
«Όπου και αν είμαι, είμαι ένας τροβαδούρος του ’60, ένα κατάλοιπο του folk-rock, ένας εργάτης των λέξεων από περασμένους καιρούς, ο μυθικός μονάρχης ενός τόπου που δεν ξέρει κανείς. Βρίσκομαι στο απύθμενο πηγάδι της πολιτιστικής λησμονιάς», λέει ο ίδιος και αφήνει τον κόσμο να τον φαντάζεται όπως θέλει: «Δεν ξέρω τι ονειρευόταν ο υπόλοιπος κόσμος, εγώ πάντως ονειρευόμουνα μια ζωή εννιά με πέντε, ένα σπίτι σε μια γειτονιά με δέντρα, με έναν άσπρο ξύλινο φράκτη και ροζ τριαντάφυλλα στην πίσω αυλή. Κάτι τέτοιο θα ήταν ωραίο. Αυτό ήταν το βαθύτερο μου όνειρο. Ύστερα από λίγο μαθαίνεις ότι η ιδιωτική ζωή είναι κάτι που μπορείς να το πουλήσεις, αλλά δεν μπορείς να το ξαναγοράσεις».
Το σημερινό εξώφυλλο είναι από τον δίσκο “Rough and Rowdy Ways” του Μπόμπ Ντίλαν που κυκλοφόρησε στις 19 Ιουνίου 2020. Στις μέρες της καραντίνας που υπήρχε διάχυτος φόβος, τρομολαγνεία, έντονες κοινωνικές αντιδράσεις για την καραντίνα της πανδημίας, ο Ντίλαν έσκυψε μέσα του και αναδύθηκαν με έντονα ποιητικό τρόπο γεγονότα από το παρελθόν που δημιούργησαν παραπλήσια συναισθήματα στην κοινωνία και στο ίδιο. Η εικονογράφηση έχει ένα άρωμα άλλης εποχής και ταιριάζει τόσο με τα ποιητικά χαρακτηριστικά που διαθέτει ο Ντίλαν, όσο και με την ενασχόλησή του με θέματα από το παρελθόν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του περιεχομένου του δίσκου, το τραγούδι “Murder Most Foul” όπου είναι ένα κομμάτι 17 λεπτών στο οποίο μιλάει για διάφορα σημαντικά γεγονότα και πρόσωπα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 με το δικό του χαρακτηριστικό ύφος, όπως τη δολοφονία του John F. Kennedy, τους Beatles, το Woodstock, τη Stevie Nicks. Πρόκειται για ένα ποιητικό ημερολόγιο του νομπελίστα Μπομπ Ντίλαν που αξίζει να έχετε στη συλλογή σας!
Ο Κλάους Μάινε (γερμ. Klaus Meine) είναι Γερμανός τραγουδιστής και τραγουδιστής των Scorpions. Εμφανίζεται σε κάθε άλμπουμ της μπάντας, παρότι έγινε μέλος το 1970 ενώ η μπάντα ιδρύθηκε το 1965 (αφού το πρώτο τους άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1972).
Η Κάιλι Αν Μινόγκ (Kylie Ann Minogue, γεννημένη στις 28 Μαΐου 1968) είναι Αυστραλή τραγουδίστρια της ποπ, στιχουργός και ηθοποιός. Σε μια καριέρα που μετράει πάνω από τρεις δεκαετίες στον χώρο του θεάματος έχει λάβει εμπορική και κριτική αναγνώριση, κατορθώνοντας παγκόσμιες πωλήσεις που υπερβαίνουν τα 80 εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ θεωρείται η πιο επιτυχημένη καλλιτέχνης από την Αυστραλία όλων των εποχών.
O Φεδερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα (Federico del Sagrado Corazón de Jesús García Lorca, προφέρεται: (Φουέντε Βακέρος, 5 Ιουνίου1898 – Βιθνάρ, 19 Αυγούστου1936), ήταν Ισπανός ποιητής και δραματουργός που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ’27», ομάδα συγγραφέων που προσέγγισε την ευρωπαϊκή αβάν-γκαρντ με εξαιρετικά αποτελέσματα, ούτως ώστε το πρώτο μισό του 20ου αιώνα να ορίζεται ως «αργυρή εποχή»
Η Ελεωνόρα Ζουγανέλη γεννήθηκε την 1 Φεβρουαρίου του 1983 στην Αθήνα και είναι κόρη του Γιάννη Ζουγανέλη και της Ισιδώρας Σιδέρη. Από πολύ μικρή ηλικία συμμετείχε ως ηθοποιός σε παιδικές θεατρικές παραστάσεις, αλλά και ως τραγουδίστρια σε παιδικά τραγούδια. Είναι μια από τις πολλά υποσχόμενες νέες καλλιτέχνιδες που συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του χώρου και τα τραγούδια της αποπνέουν ευαισθησία και ποιότητα.
Ο Ντέιβιντ Μπράιαν Ράσμπαουμ (David Bryan Rashbaum, Έντισον, 7 Φεβρουαρίου 1962) είναι Αμερικανός μουσικός. Παίζει πλήκτρα στο συγκρότημα Bon Jovi και κάνει δεύτερα φωνητικά, ενώ συχνά στις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος τραγουδάει ένα μέρος ή ολόκληρο το τραγούδι "In these arms" μόνος του.
Ο Τζίμης Πανούσης (12 Φεβρουαρίου 1954 - 13 Ιανουαρίου 2018) ήταν Έλληνας τραγουδοποιός και ηθοποιός, γνωστός για τη σάτιρα και τον καυστικό και αθυρόστομο στίχο του.
Το 1973 βρήκε από αγγελία δουλειά σε περιοδεύοντα θίασο. Στη συνέχεια εγκατέλειψε το θίασο για να δουλέψει ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα από την οποία παραιτήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ο Ορφέας Περίδης (Αθήνα, 20 Φεβρουαρίου 1957) είναι Έλληνας τραγουδοποιός. Σπούδασε μουσική σε διάφορα ωδεία και πήρε πτυχίο Αρμονίας και κλασσικής κιθάρας. Πριν γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό, τραγουδούσε και έπαιζε κιθάρα σε διάφορα λαϊκά μαγαζιά.
Και επειδή γράψαμε πολύ λίγα για τον καλλιτέχνη, θα σας αφιερώσουμε ακόμα ένα τραγούδι του, πιστεύουμε πολύ χαρακτηριστικό της καλλιτεχνικής του διάθεσης και αναζήτησης.