Ο Γιώργος Χατζηνάσιος (19 Ιανουαρίου 1942) είναι Έλληνας συνθέτης. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Γιος του Αγάπιου Χατζηνάσιου, καθηγητού μουσικής Ωδείων Θεσσαλονίκης, ο οποίος εθεωρείτο ένας από τούς καλύτερους σαξοφωνίστες, της εποχής του, από τη Νιγρίτα Σερρών και της Άννας, κόρης δασκάλου Θεμιστοκλή Ζωγράφου από την Γαλάτιστα Χαλκιδικής..
Ο Alice Cooper (πραγμ. όνομα Βίνσεντ Ντέιμον Φουρνιέ, 4 Φεβρουαρίου 1948) είναι Αμερικάνος τραγουδιστής της ροκ μουσικής σκηνής. Γεννήθηκε στο Ντιτρόιτ το 1948 και ο πατέρας του ήταν κληρικός, όπως και ο παππούς του. Θεωρείται ο "νονός της shock rock" και στις ζωντανές του εμφανίσεις συμπεριλαμβάνεται ένα σόου με ηλεκτρικές καρέκλες, γκιλοτίνες, ζωντανούς βόες (!!!), κ.α.. Το 2011 έγινε μέλος του Rock and Roll Hall of Fame.
Ο Τζίμης Πανούσης (12 Φεβρουαρίου1954 - 13 Ιανουαρίου2018) ήταν Έλληνας τραγουδοποιός και ηθοποιός, γνωστός για τη σάτιρα και τον καυστικό και αθυρόστομο στίχο του.
Το 1973 βρήκε από αγγελία δουλειά σε περιοδεύοντα θίασο. Στη συνέχεια εγκατέλειψε το θίασο για να δουλέψει ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα από την οποία παραιτήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ο Μπάμπης Τσετίνης (Δράμα, 15 Φεβρουαρίου 1941 — 29 Σεπτεμβρίου 2007) ήταν Έλληνας τραγουδιστής από τη Μακεδονία, ο οποίος θεωρείται ως ένας από τους γνησιότερους και αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους του λαϊκού τραγουδιού.
Γεννήθηκε στη Δράμα και έζησε στη Θεσσαλονίκη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60. Την ίδια περίοδο ανέβηκε για πρώτη φορά στο πάλκο.
Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δισκογραφία με το τραγούδι «Το κορίτσι μου χορεύει» του Βασίλη Καραπατάκη σε στίχους Χρήστου Κολοκοτρώνη.
Ο Άντριαν Σμιθ (Adrian Frederick "H" Smith, 27 Φεβρουαρίου 1957) είναι Άγγλος κιθαρίστας, γνωστός ως μέλος του χέβι μέταλ συγκροτήματος Iron Maiden, ενώ έχει συνεργαστεί και με το προσωπικό σχήμα του τραγουδιστή Μπρους Ντίκινσον.
Κατά την εφηβική του ηλικία ξεκίνησε να ασχολείται με τη ροκ μουσική, με εντονότερη επιρροή του τους Deep Purple, των οποίων το "Machine Head" ήταν ο πρώτος δίσκος τον οποίο αγόρασε, ενώ έντονα επιδραστικά συγκροτήματα για τον Σμιθ ήταν οι Black Sabbath, οι Free, κ.α..
4 Μαρτίου 1943 - 1 Μαρτίου 2012) ήταν δημοφιλής Ιταλός τραγουδοποιός, ηθοποιός και σκηνοθέτης.
Σε μουσικό επίπεδο υπήρξε ένας από τους πλέον καταξιωμένους Ιταλούς τραγουδοποιούς και η σταδιοδρομία του, αγγίζει τα 50 χρόνια συνεχούς καλλιτεχνικής δραστηριότητας.
Για μόλις δεύτερη φορά, γιορτάζεται σήμερα η «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας», η οποία καθιερώθηκε το 2017, με την υπ. αριθμ. 17889 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β’ 1384/24/04/2017).
Η 9η Φεβρουαρίου είναι παράλληλα ημέρα μνήμης του εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού.
Ο Δημήτρης Χορν (Δημήτριος-Ελευθέριος Χορν, 9 Μαρτίου 1921 – 16 Ιανουαρίου 1998) ήταν Έλληνας ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Γονείς του ήταν ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας και στρατιωτικός Παντελής Χορν και η Ευτέρπη Αποστολίδη. Η οικογένεια του Παντελή Χορν είχε τρία παιδιά, τον Γιάννη, τη Νανά που πέθανε σε ηλικία 7 ετών και τελευταίο, τον Δημήτρη Χορν. Νονά του ήταν η διάσημη ηθοποιός Κυβέλη.
Το 1937 εισάγεται στη δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου, δίνοντας εξετάσεις με το ποίημα του Βάρναλη, «Οι μοιραίοι».
Αποφοιτά το 1940.
Ο Γιώργος Σεφέρης (Βουρλά, Σμύρνη, 13 Μαρτίου 1900 – Αθήνα, 20 Σεπτεμβρίου 1971) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και ποιητής και ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ. Είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και εκ των δύο μοναδικών Ελλήνων βραβευμένων με Νόμπελ Λογοτεχνίας, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη.
“ Δουλεύαμε από την αυγή ως τη δύση του ηλίου 7 μέρες την εβδομάδα. Όσες δούλευαν σε μηχανές τις κουβαλούσαν στην πλάτη τους φθάνοντας και φεύγοντας από τη δουλειά. Ήταν κανονικό εργοστάσιο σκλάβων. Αν συζητούσαν οι πωλήτριες απολύονταν αμέσως. Το σφύριγμα των μηχανών, το ουρλιαχτό του επιστάτη έκαναν τη ζωή ανυπόφορη”
Η Μαράια Κάρεϊ (Mariah Carey, γεν. 27 Μαρτίου 1970) είναι Αμερικανίδα τραγουδίστρια, στιχουργός, παραγωγός και ηθοποιός. Το 1990, έπειτα από την καθοδήγηση του Τόμυ Μοτόλα, της Columbia Records, κυκλοφόρησε το πρώτο ομώνυμο στούντιο άλμπουμ της, το οποίο έγινε πολύ-πλατινένιο.
Ο Γκάρι Μουρ (Robert William Gary Moore, 4 Απριλίου 1952 - 6 Φεβρουαρίου 2011) ήταν μουσικός, περισσότερο αναγνωρισμένος ως κιθαρίστας της μπλουζ ροκ μουσικής, καθώς επίσης και τραγουδιστής, με καταγωγή από το Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας.
Ξεκίνησε να παίζει κιθάρα από την ηλικία των 8 ετών. Παρότι ήταν αριστερόχειρας, έπαιζε κιθάρα με το δεξί χέρι.
Ο Παύλος Φύσσας (10 Απριλίου 1979–18 Σεπτεμβρίου 2013), γνωστός και ως Killah P ή Dogo Argentino, ήταν καλλιτέχνης της ραπ. Δολοφονήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου του 2013 Κερατσίνι.
Η Μονσεράτ Καμπαγιέ (Montserrat Caballé, πλήρες όνομα María de Montserrat Viviana Concepción Caballé i Folch ; Βαρκελώνη 12Απριλίου 1933 - Βαρκελώνη 6 Οκτωβρίου 2018) ήταν Ισπανίδα υψίφωνος της όπερας. Ερμήνευσε μια ευρεία γκάμα ρόλων αλλά είναι περισσότερο γνωστή για τα έργα του Βέρντι που ερμήνευσε αλλά και για το ρεπερτόριο του μπελ κάντο με το οποίο ασχολήθηκε, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τα έργα των Ροσίνι, Μπελίνι και Ντονιτσέττι.
Ο σερ Τσαρλς Σπένσερ "Τσάρλι" Τσάπλιν (Charles Spencer "Charlie" Chaplin, 16 Απριλίου 1889 − 25 Δεκεμβρίου 1977), γνωστός στην Ελλάδα και με το προσωνύμιο «Σαρλό», ήταν Άγγλος ηθοποιός, σκηνοθέτης και συνθέτης, του οποίου η φήμη ανήλθε κατά τη διάρκεια της εποχής του βουβού κινηματογράφου. Μεγαλούργησε στις πρώτες δεκαετίες του Χόλυγουντ. Είναι χρονικά η πρώτη παγκόσμια αναγνωρίσιμη φιγούρα της κινηματογραφικής τέχνης, κυρίως μέσω του χαρακτήρα «Σαρλό» που ενσάρκωνε στις πρώτες ταινίες του.
Ο Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης (20 Απριλίου1922 - 30 Οκτωβρίου 1988) ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής. Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα, έχοντας καταγωγή από την Κοντοβάζαινα.
O Έντουαρντ Κένεντι Έλινγκτον (Edward Kennedy "Duke" Ellington, 29 Απριλίου 1899 - 24 Μαΐου 1974), γνωστός περισσότερο ως Ντιουκ Έλινγκτον, ήταν Αμερικανός συνθέτης, ενορχηστρωτής και πιανίστας της τζαζ μουσικής. Θεωρείται μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της τζαζ στη διάρκεια του 20ού αιώνα.
Ο Έλινγκτον γεννήθηκε στην Ουάσινγκτον. O πατέρας του εργαζόταν ως σερβιτόρος στον Λευκό Οίκο. Οι γονείς του, αν και δεν ήταν επαγγελματίες μουσικοί, είχαν κατάρτιση στο πιάνο και από την ηλικία των επτά ετών, άρχισε μαθήματα και ο ίδιος, παρά το γεγονός πως δεν πίστευε ότι διέθετε ιδιαίτερη κλίση. Αργότερα, όταν σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών άρχισε να παρακολουθεί κρυφά συναυλίες, απέκτησε μεγαλύτερο σεβασμό στη μουσική και αντιμετώπισε τα μαθήματα πιάνου με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Εγκατέλειψε το σχολείο τρεις μήνες πριν την αποφοίτησή του, το 1917, με στόχο να ακολουθήσει επαγγελματική σταδιοδρομία στη μουσική και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει να εργάζεται ως πιανίστας σε μαγαζιά της Ουάσινγκτον.
Στα τέλη του 1917, σχημάτισε το πρώτο του μουσικό συγκρότημα, The Duke's Serenaders, με το οποίο πραγματοποίησε εμφανίσεις σε μουσικά κέντρα και ως μουσική συνοδεία σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Το Σεπτέμβριο του 1923, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νέα Υόρκη, μαζί με το πενταμελές συγκρότημα The Washingtonians που είχε νωρίτερα σχηματίσει. Το συγκρότημα πραγματοποίησε εμφανίσεις σε διάφορα μουσικά κέντρα, πριν αποτελέσει την μόνιμη ορχήστρα του γνωστού Cotton Club, γεγονός που ενίσχυσε σημαντικά τη φήμη του Έλινγκτον. Παρέμεινε εκεί για ένα διάστημα περίπου τριών ετών, περίοδο κατά την οποία η μεγάλη ορχήστρα του, εξελίχθηκε σε μία από τις δημοφιλέστερες της εποχής, με συμμετοχή σε αυτή αρκετών σημαντικών μουσικών, ενώ ο ίδιος ο Έλινγκτον διακρίθηκε για την ικανότητά του στη σύνθεση.
Το καλοκαίρι του 1933, περιόδευσε με την ορχήστρα του, για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Πραγματοποίησε συναυλίες, αρχικά στη Βρετανία και αργότερα στην Ολλανδία και τη Γαλλία. Η υποδοχή του στην Αγγλία υπήρξε ιδιαίτερα θερμή, λαμβάνοντας επίσης σημαντική κάλυψη από τον τύπο της εποχής. Μετά την επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, συνέχισε να πραγματοποιεί ζωντανές εμφανίσεις και ηχογραφήσεις, στη Νέα Υόρκη, το Σικάγο και το Λος Άντζελες.
Οι αρχές της δεκαετίας του 1940, θεωρούνται ως η περίοδος της δημιουργικής ακμής του Έλινγκτον, κυρίως διότι συνοδεύτηκαν από ορισμένες εκ των καλύτερων μουσικών συνθέσεών του. Σε αυτό συνέβαλαν και σημαντικοί νέοι μουσικοί που πλαισίωσαν την ορχήστρα του, όπως ο Τζίμι Μπλάντον (κοντραμπάσο), ο Μπεν Γουέμπστερ (τενόρο σαξόφωνο) ή ο Ρεξ Στιούαρτ (κόρνο), καθώς και η συνεργασία του με τον συνθέτη, πιανίστα και ενορχηστρωτή Μπίλλυ Στρέιχορν. Μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου, η εμπορική απήχηση του Έλινγκτον γνώρισε κάμψη, γεγονός που συνδυάστηκε με το τέλος της εποχής του σουίνγκ και τη γενικότερη στροφή σε άλλα είδη, όπως το μπίμποπ. Παρόλα αυτά, ο Έλινγκτον κατάφερε να συντηρήσει την ορχήστρα του, με την οποία συνέχισε να περιοδεύει.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, ο Έλινγκτον παρέμεινε μουσικά ενεργός. Το 1962, ξεχώρισαν οι συνεργασίες του με τον Τζον Κολτρέιν, τον Τσαρλς Μίνγκους καθώς και με τον Κόλμαν Χόκινς, με τους οποίους συμμετείχε σε ηχογραφήσεις. Το 1963 περιόδευσε στην Μέση Ανατολή, τον επόμενο χρόνο στην Ιαπωνία, ενώ το 1968 και το 1971 έδωσε συναυλίες στη Λατινική Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση αντίστοιχα. Στα τελευταία χρόνια της καριέρας του, σημαντική εξέλιξη στο μουσικό του ύφος, αποτέλεσε η προσπάθειά του να ενσωματώσει στοιχεία της θρησκευτικής λειτουργίας στη τζαζ. Στα πλαίσια αυτού του εγχειρήματος, πραγματοποίησε τρεις συναυλίες (Sacred Concerts), που έλαβαν χώρα σε διαφορετικές εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς, με συνοδεία χορωδίας και χορευτών. Αν και το ύστερο έργο του Έλινγκτον επισκιάζεται συχνά από τη μουσική που παρήγαγε σε παλαιότερες περιόδους, και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1940, ορισμένοι κριτικοί έχουν τονίσει την αξία του.
Το 1969, του απονεμήθηκε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, μία από τις ανώτερες τιμές προς πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών, για τη συνολική συνεισφορά του στη μουσική. Το 1973, τιμήθηκε επιπλέον με τη Λεγεώνα της Τιμής, από τη Γαλλική Δημοκρατία. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε η αυτοβιογραφία του. Πέθανε από καρκίνο, στις 24 Μαΐου του 1974.
Την ίδια μέρα 36 χρόνια νωρίτερα γεννιέται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ο Κωνσταντίνος Καβάφης (29 Απριλίου 1863, 29 Απριλίου 1933) ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές της σύγχρονης εποχής.
η ποίησή του όχι μόνο έχει επικρατήσει στην Ελλάδα, αλλά και κατέλαβε μία εξέχουσα θέση στην όλη ευρωπαϊκή ποίηση, ύστερα από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αρχικά στα Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και κατόπιν σε πολλές άλλες γλώσσες.
Το σώμα των Καβαφικών ποιημάτων περιλαμβάνει: Τα 154 ποιήματα που αναγνώρισε ο ίδιος (τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα), τα 37 Αποκηρυγμένα ποιήματά του, τα περισσότερα νεανικά, σε ρομαντική καθαρεύουσα, τα οποία αργότερα αποκήρυξε, τα Κρυμμένα, δηλαδή 75 ποιήματα που βρέθηκαν τελειωμένα στα χαρτιά του, καθώς και τα 30 Ατελή, που βρέθηκαν στα χαρτιά του χωρίς να έχουν πάρει την οριστική τους μορφή. Τύπωσε ο ίδιος το 1904 μια μικρή συλλογή με τον τίτλο Ποιήματα, στην οποία περιέλαβε τα ποιήματα: Φωνές, Επιθυμίες, Κεριά, Ένας γέρος, Δέησις, Οι ψυχές των γερόντων, Το πρώτο σκαλί, Διακοπή, Θερμοπύλες, Τα παράθυρα, Περιμένοντας τους βαρβάρους, Απιστία και Τα άλογα του Αχιλλέως. Η συλλογή, σε 100-200 αντίτυπα, κυκλοφόρησε ιδιωτικά.
Το 1910 τύπωσε πάλι τη συλλογή του, προσθέτοντας αλλά επτά ποιήματα: Τρώες, Μονοτονία, Η κηδεία του Σαρπηδόνος, Η συνοδεία του Διονύσου, Ο Βασιλεύς Δημήτριος, Τα βήματα και Ούτος εκείνος. Και αυτή η συλλογή διακινήθηκε από τον ίδιο σε άτομα που εκτιμούσε.
Το 1935 κυκλοφόρησε στην Αθήνα, με επιμέλεια της Ρίκας Σεγκοπούλου, η πρώτη πλήρης έκδοση των (154) Ποιημάτων του, που εξαντλήθηκε αμέσως. Δύο ακόμη ανατυπώσεις έγιναν μετά το 1948.
Ο ποιητής επεξεργαζόταν επίμονα κάθε στίχο, κάποτε για χρόνια ολόκληρα, προτού τον δώσει στην δημοσιότητα. Σε αρκετές από τις εκδόσεις του υπάρχουν διορθώσεις από το χέρι του και συχνά όταν επεξεργαζόταν ξανά τα ποιήματά του τα τύπωνε διορθωμένα.
Όταν συναντιέται ο Κωνσταντίνος Καβάφης με τον μεγάλο ηθοποιό Σον Κόνερι και τον μεγάλο συνθέτη μας Βαγγέλη Παπαθανασίου, για την απαγγελία του καταπληκτικού ποιήματος «Ιθάκη», δημιουργείται μια μοναδική καλλιτεχνική στιγμή. Μια δημιουργία που μας συνεπαίρνει με τους μοναδικούς στίχους του ποιήματος,
¨...Πάντα στον νου σου να `χεις την Ιθάκη.
Το φτάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη…»,
την αιθέρια μουσική συνοδεία και την μοναδικά εκφραστική απαγγελία με την υπέροχη φωνή του αγαπημένου μας ηθοποιού. Ήταν αναμενόμενο να επιλέξουμε αυτό το εξώφυλλο που περιέχει τη μοναδική συνάντηση των ταλαντούχων και αγαπημένων μας καλλιτεχνών. Αφιερωμένο σε όλους μας που ταξιδεύουμε προς την Ιθάκη μας και ιδιαίτερα στον Οδυσσέα...
Σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα χθεσινό γεγονός, ανατρεπτικά εντελώς στην συνήθεια μας να αναφερόμαστε σε καλλιτέχνες που έχουν γενέθλια την ίδια ημέρα.
Ο λόγος για τον Σερ Ντάνιελ Μάικλ Μπλέηκ Ντέι Λούις (Sir Daniel Michael Blake Day-Lewis, 29 Απριλίου 1957). Πολυβραβευμένος Βρετανός ηθοποιός με διπλή υπηκοότητα (βρετανική και ιρλανδική). Μετά τις σπουδές του στη θεατρική σχολή Bristol Old Vic, ο Ντέι Λιούις έπαιξε σε πολλά θεατρικά έργα και ταινίες, κερδίζοντας τρία Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου, τέσσερα Βραβεία BAFTA, και δύο Χρυσές Σφαίρες. Είναι γνωστός ως ένας από τους πιο επιλεκτικούς ηθοποιούς της κινηματογραφικής βιομηχανίας, καθώς έχει πρωταγωνιστήσει μόνο σε τέσσερις ταινίες την τελευταία δεκαετία Θεωρείται ένας από τους πιo ταλαντούχους ηθοποιούς όλων των εποχών και κατά πολλούς ως ο καλύτερος εν ζωή ηθοποιός.
Ο Ντεί Λιούις γεννήθηκε στο Λονδίνο. Ο πατέρας του μετά από προβλήματα υγείας, πέθανε όταν ο Ντάνιελ ήταν 15 ετών.
Το 1968, οι γονείς του Ντέι Λιούις λόγω της απείθαρχης συμπεριφοράς του, τον έστειλαν εσώκλειστο στο ιδιωτικό σχολείο του "Sevenoaks", στο Κεντ. Αν και δεν του άρεσε το σχολείο, εκεί ήρθε σε επαφή με τα δυο βασικά του ενδιαφέροντα την ξυλουργική και την ηθοποιία. Η πρώτη του εμφάνιση σε ταινία έγινε σε ηλικία 14 ετών στην ταινία "Καταραμένη Κυριακή" (Sunday Bloody Sunday, 1971) στην οποία έπαιζε έναν βάνδαλο, ως κομπάρσος. Περιέγραψε αυτή την εμπειρία ως «παράδεισο», καθώς πληρωνόταν (με 2 λίρες) για να σπάει ακριβά αυτοκίνητα. Μετά από δυο χρόνια στο Σεβενόουκς, ο Ντάνιελ μεταγράφηκε στο επίσης ιδιωτικό σχολείο "Bedales" στην κομητεία του Χαμσάιρ .
Μετά την αποφοίτησή του το 1975, έπρεπε να επιλέξει επαγγελματική κατεύθυνση. Αν και είχε διακριθεί στο "Εθνικό Θέατρο Νέων" (National Youth Theatre), αποφάσισε να γίνει μαραγκός, επιχειρώντας να γραφτεί σε μια σχολή. Ωστόσο, λόγω έλλειψης εμπειρίας, δεν έγινε δεκτός. Τότε έκανε αίτηση και έγινε δεκτός στη θεατρική σχολή "Bristol Old Vic", όπου φοίτησε για τρία χρόνια, και στη συνέχεια έπαιξε στην ίδια σχολή.
Το 1985 στην ταινία "Ωραίο μου πλυντήριο" (My Beautiful Laundrette, 1985) του Στίβεν Φρίαρς. Κέρδισε την προσοχή του κοινού όταν η ταινία κυκλοφόρησε ταυτόχρονα με το "Δωμάτιο με Θέα" (Room with a View, 1986), καθώς έπαιζε δυο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες.
Το 1987, ο Ντέι Λιούις ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Φίλιπ Κάουφμαν "Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι" (The Unbearable Lightness of Being 1988) (βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μίλαν Κούντερα), με συμπρωταγωνίστριες τη Λένα Ολίν και τη Ζυλιέτ Μπινός. Στη διάρκεια των γυρισμάτων που κράτησαν οκτώ μήνες έμαθε τσέχικα και αρνήθηκε για πρώτη φορά να αποδυθεί το ρόλο του στα διαλείμματα των γυρισμάτων.
Ο Ντέι Λιούις εφάρμοσε πλήρως τη προσωπική του μέθοδο υποκριτικής το 1989 στην ταινία του Τζιμ Σέρινταν "Το αριστερό μου πόδι" (My Left Foot) που κέρδισε πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων και το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου.
Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις επέστρεψε στη σκηνή για να συνεργαστεί με τον Ρίτσαρντ Έιρ, παίζοντας τον Άμλετ στο Royal National Theatre του Λονδίνου, αλλά κατέρρευσε στη μέση μιας σκηνής όπου το φάντασμα του πατέρα του Άμλετ πρωτοεμφανίζεται στο γιό του. Άρχισε να κλαίει ανεξέλεγκτα και αρνήθηκε να επιστρέψει στη σκηνή, οπότε ο αντικαταστάτης του αναγκάστηκε να ολοκληρώσει το έργο. Διαδόθηκε η φήμη ότι ο Ντέι Λιούις είχε δει το φάντασμα του πατέρα του, αν και επίσημα το περιστατικό αποδόθηκε σε υπερκόπωση. Σε βρετανική τηλεοπτική εκπομπή στο ITV ο ίδιος επιβεβαίωσε τη φήμη. Δεν εμφανίστηκε ξανά στη σκηνή έκτοτε.
Το 1992, τρία χρόνια μετά το Όσκαρ, πρωταγωνίστησε στην ταινία "Ο τελευταίος των Μοϊκανών" (The Last of the Mohicans). Συνεργάστηκε και πάλι με τον Τζιμ Σέρινταν στην ταινία "Εις το Όνομα του Πατρός" (In the Name of the Father. 1993). Έχασε πολλά κιλά για το ρόλο, διατήρησε τη Βορειοϊρλανδική του προφορά σε όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων, και πέρασε μεγάλα χρονικά διαστήματα σε ένα κελί. Επίσης επέβαλε στο προσωπικό της ταινίας να του πετάει κρύο νερό και να τον βρίζει.
Το 1996, πρωταγωνίστησε δίπλα Γουϊνόνα Ράιντερ στην ταινία "Οι μάγισσες του Σάλεμ" (The Crucible) βασισμένη ομώνυμο στο θεατρικό έργο Άρθουρ Μίλλερ. Ακολούθησε η ταινία του Τζιμ Σέρινταν και πάλι, "Ο μποξέρ" (The Boxer, 1997), μετά την οποία ο Ντέι Λιούις ημι-αποσύρθηκε από την υποκριτική και επέστρεψε στην παλιά του αγάπη, την ξυλουργική. Μετακόμισε στη Φλωρεντία, στην Ιταλία, όπου γοητεύτηκε από την τέχνη των τσαγκάρηδων.
Πέντε χρόνια μετά την τελευταία του ταινία, ο Ντέι Λιούις επέστρεψε με τις "Συμμορίες της Νέας Υόρκης" (Gangs of New York, 2002), μια ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε (με τον οποίο είχε συνεργαστεί και στην ταινία "Τα χρόνια της αθωότητας" (The Age of Innocence, 1993)). Μετά τις "Συμμορίες της Νέας Υόρκης", η σύζυγός του, σκηνοθέτιδα Ρεμπέκα Μίλλερ (κόρη του θεατρικού συγγραφέα Άρθουρ Μίλλερ), του έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία "Μπαλάντα για δύο: Τζακ και Ρόουζ" (The Ballad of Jack and Rose, 2005).
Το 2007, ο Ντέι Λιούις εμφανίστηκε στην ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον "Θα χυθεί αίμα" (There Will Be Blood). Κέρδισε το βραβείο BAFTA, Χρυσή Σφαίρα και Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου (2008) για το ρόλο του στην ταινία.
Το 2012, ο ηθοποιός υποδύθηκε τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Αβραάμ Λίνκολν, στην ταινία "Λίνκολν" (Lincoln) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, όπου εμφανίστηκε στο πλευρό του Τόμι Λι Τζόουνς και της Σάλι Φιλντ σε μια ερμηνεία που του χάρισε για άλλη μια φορά την εύνοια των κριτικών καθώς και το τρίτο του Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας σε Δράμα, Βραβείο BAFTA και Βραβείο SAG. Με την τρίτη του νίκη στα Όσκαρ έγινε ο μοναδικός άνδρας ηθοποιός με τρία Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου.
Το 2017 ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την ενεργό δράση.
Στο σημερινό αφιέρωμα διαλέξαμε το εξώφυλλο του soundtrack της ταινίας «Ο τελευταίος των Μοϊκανών», για τη μουσική και τη φωτογραφία της δραματικής, επικής αυτής ταινίας που είναι καθηλωτική. Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του Ντάνιελ Ντε Λούις είναι πολύ εκφραστική και αντιπροσωπευτική του ρόλου του στην ταινία και των μαχών που εμπλεκόταν. Μας αρέσουν πολύ τα έντονα χρώματα τόσο του εξώφυλλου, όσο και του βινυλίου, που ταιριάζουν στην ένταση της ταινίας. Στο εξώφυλλο επίσης εμφανίζεται και το ερωτευμένο ζευγάρι των πρωταγωνιστών. Μέσα σε όλο το δράμα και την περιπέτεια που διαδραματίζεται στην ταινία, προκύπτει λοιπόν ένας έρωτας μεταξύ των πρωταγωνιστών, που προέρχονται από τελείως διαφορετικούς κόσμους. Είναι γνωστό όμως ότι ο έρωτας δεν προκύπτει την κατάλληλη στιγμή, με τις κατάλληλες συνθήκες, με τους κατάλληλους ανθρώπους, αλλά προκύπτει έτσι ξαφνικά!
Ο Μπινγκ Κρόσμπι (Harry Lillis "Bing" Crosby, Jr, 2 Μαΐου 1903 - 14 Οκτωβρίου 1977) ήταν Αμερικανός ηθοποιόςκαι τραγουδιστής βραβευμένος με Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για τη συμμετοχή της στην ταινία του 1944 Ο Δρόμος της Αγάπης (Going My Way).
Ο Κρόσμπι ήταν γνωστός για τη χαρακτηριστική του μπασοβαρύτονη φωνή του που τον κατέστησε έναν από τους εμπορικότερους τραγουδιστές του εικοστού αιώνα με πωλήσεις που υπερβαίνουν τους 500 εκατομμύρια δίσκους. Από το 1934 εως και το 1954 ο Κρόσμπι κυριαρχούσε τόσο στο χώρο της μουσικής όσο και στο χώρο του κινηματογράφου. Η πρώιμη καριέρα του συνέπεσε με την πρόοδο στο χώρο της ηχογράφησης, πράγμα που του επέτρεψε να αναπτύξει ένα ήρεμο και προσωπικό στυλ που επηρέασε μεταγενέστερούς του τραγουδιστές όπως ο Πέρι Κόμο, ο Φρανκ Σινάτρα και ο Ντιν Μάρτιν. Το περιοδικό Yank έγραψε ότι κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο Κρόσμπι επηρέασε και αναπτέρωσε το ηθικό των Αμερικανών στρατιωτών στο μέτωπο περισσότερο από κάθε άλλο άτομο και ότι κατά την περίοδο της ακμής του το 1948, δημοσκοπήσεις τον τοποθετούσαν στην πρώτη θέση στη λίστα με τις πιο θαυμαστές εν ζωή προσωπικότητες (ξεπερνώντας τον μπειζμπολίστα Τζάκι Ρόμπινσον και τον Πάπα Πίο ΙΒ'). Την ίδια περίδο το περιοδικό Music Digest υπολόγισε ότι οι μισές από τις 80.000 εβδομαδιαίες ραδιοφωνικές ώρες ήταν αφιερωμένες σε τραγούδια του Κρόσμπι.
Ο Μπινγκ Κρόσμπι αποτελούσε κινηματογραφικό δίδυμο με τον Μπομπ Χόουπ, με τον οποίο γύρισε 17 ταινίες και με τον οποίο ήταν δεμένος με μακροχρόνια φιλία. Οι σημαντικότερες ταινίες στις οποίες συμμετείχε ήταν οι: Ο Δρόμος της Αγάπης (Going My Way, 1944), Οι καμπάνες της Αγίας Μαρίας (The Bells of St. Mary's, 1945), Το Βαλς του Αυτοκράτορα (The Emperor's Waltz, 1948), Παντρεύουν τον Πατέρα μου (Here Comes the Groom, 1952), Το Όγδοο Θαύμα (The Greatest Show on Earth, 1952), Λευκά Χριστούγεννα (White Christmas, 1954), Η χωριατοπούλα (The Country Girl, 1954) και Υψηλή Κοινωνία (High Society, 1956).
Ξεχωρίσαμε στο σημερινό αφιέρωμα το εξώφυλλο του άλμπουμ «White Christmas» του Μπινγκ Κρόσμπι με τις καλύτερες πωλήσεις. Πουλήθηκαν περισσότερα απο 50.000.000 αντίτυπα παγκοσμίως. Κυκλοφόρησε το 1942 και θεωρείται το πιο επιτυχημένο σινγκλ όλων των εποχών. Χαρακτηριστικά οι Αμερικανοί λένε ότι όπως είναι για τα Χριστούγεννα ο Ιησούς Χριστός, είναι ο Μπινγκ Κρόσμπι για τη χριστουγεννιάτικη μουσική! Ο Κρόσμπι με την βαθιά, βελούδινη φωνή ήξερε να μαγεύει το κοινό. Στην ερμηνεία του έπαιξε σημαντικό ρόλο η αγάπη του για την τζαζ και η φιλία και η συνεργασία του με τον Λούις Άρμστρονγκ. Δεν έχουμε δυστυχώς ένα δικό τους άλμπουμ με χριστουγεννιάτικα τραγούδια σε τζαζ που την λατρεύουμε, αλλά το «White Christmas» μας καλύπτει πλήρως με τη διαχρονική αξία του!
Την 1η Μάη του 1886 μια εργατική απεργία στο Σικάγο των ΗΠΑ με αίτημα την καθιέρωση οκτάωρης εργασίας πνίγηκε στο αίμα.Έτσι, από το 1890 τα σοσιαλιστικά κόμματα και τα συνδικάτα άρχισαν να γιορτάζουν την Πρωτομαγιά ως παγκόσμια ημέρα των εργατών, πράγμα που συμβαίνει και σήμερα σε όλον τον κόσμο.
Την ίδια μέρα μερικά χρόνια αργότερα, γεννιέται στη Μονεμβασιά ένας ποιητής που συνέδεσε το όνομά του με τους αγώνες των εργατών και γτους αγώνες της Ρωμιοσύνης, ο Γιάννης Ρίτσος.
Ο Γιάννης Ρίτσος (1 Μαΐου 1909 - 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές με διεθνή φήμη και ακτινοβολία. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Τα έργα του συμπληρώνουν πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα. Αρκετά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες Πολιτικά ανήκε την Αριστερά
Ο Ρίτσος νόσησε από φυματίωση, ξεπέρασε την ασθένεια (πράγμα δύσκολο για την εποχή) και πέρασε από υλικές και ηθικές δοκιμασίες. Στο σανατόριο του «Σωτηρία», όπου νοσηλευόταν, ήρθε κοντά με τον μαρξισμό και την Αριστερά, πράγματα που επηρέασαν βαθύτατα την ποίησή του και τον τρόπο ζωής του. Αφού πέρασε από διάφορα σανατόρια, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αυτοδίδακτος σκηνοθέτης στην Εργατική Λέσχη και ως ηθοποιός και χορευτής σε επιθεωρήσεις
Η αγωνιστική του έφεση και η επαναστατική του φύση τον οδηγούν στην προσχώρηση του κινήματος των «Πρωτοπόρων» και κατόπιν, το 1942, στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, ενώ έγινε μέλος και του Κ.Κ.Ε. Αργότερα αρχίζουν οι εξορίες στη Λήμνο, στη Μακρόνησο και στον Άγιο Ευστράτιο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, προσχώρησε στην Ε.Δ.Α. Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση και στην Κούβα. Κατά τη διάρκεια της χούντας των Συνταγματαρχών εξορίστηκε και πάλι, αρχικά στη Γυάρο και κατόπιν στη Λέρο. Με το πέρας της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση, ο Ρίτσος έγινε ευρέως γνωστός, τόσο στον ελλαδικό χώρο, όσο και στο εξωτερικό, ενώ ακολούθησαν πολλές διακρίσεις και βραβεύσεις.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Επιτάφιος και η Ρωμιοσύνη είναι κάποια από τα σημαντικότερα ποιήματα του Ρίτσου, ενώ έχει κάνει και πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάνδρου Μπλοκ, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι κ.ά. Πολλά ποιήματα του Ρίτσου έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, γνωστότερα εξ αυτών: Η Ρωμιοσύνη και ο Επιτάφιος αλλά και άλλα
Μεταξύ των τιμητικών διακρίσεων του Ρίτσου περιλαμβάνονται το κρατικό βραβείο ποίησης και το βραβείο Λένιν.
Το σημερινό εξώφυλλο είναι από το δίσκο «Ρωμιοσύνη», που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σύμβολο στην καλλιτεχνική και πολιτική ιστορία της χώρας μας και απόλυτα ταιριαστό με την σημερινή αγωνιστική Πρωτομαγιά. Μια από τις σημαντικότερες δημιουργίες του Μίκη Θεοδωράκη και του Γιάννη Ρίτσου με ερμηνεία από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ένα εξώφυλλο με έντονα χρώματα και έντονα τα ελληνικά στοιχεία, πολύ ταιριαστό με το περιεχόμενο του δίσκου. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του ποιητή προς τον Μ. Θεοδωράκη: «Μέχρι τότε έλεγα ότι κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη τη βοήθεια άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον "Επιτάφιο" και αργότερα φυσικά τη "Ρωμιοσύνη", είπα, πραγματικά, εδώ είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσω της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ».
Αγωνιστής και επαναστάτης προσπαθεί να αφυπνίσει τους λαϊκούς αγώνες και να τους παρακινήσει στον αγώνα για ελευθερία κάθε μορφής. Χαρακτηριστικός της νοοτροπίας του είναι ο πρόλογος ενός ποιήματός του, όπου γράφει: