Την ημέρα που γιορτάζεται, το 1854 γεννιέται ο Έγκελμπερτ Χούμπερντινκ (Engelbert Humperdinck, 1 Σεπτεμβρίου1854 - 27 Σεπτεμβρίου1921) ήταν Γερμανόςσυνθέτης. Δημοφιλές έργο του ήταν η παραμυθένια όπερα Χάνσελ και Γκρέτελ.
Ακολουθούν οι εργασίες των μαθητών του 2ου Γυμνασίου Ευόσμου για το 17ο Μαθητικό Συνέδριο Πληροφορικής Κεντρικής Μακεδονίας. Μπορείτε να δείτε την εργασία, την τεκμηρίωση, την παρουσίαση και την αφίσα για την κάθε εργασία πατώντας τον κατάλληλο σύνδεσμο.
Ο Alice Cooper (πραγμ. όνομα Βίνσεντ Ντέιμον Φουρνιέ, 4 Φεβρουαρίου 1948) είναι Αμερικάνος τραγουδιστής της ροκ μουσικής σκηνής. Γεννήθηκε στο Ντιτρόιτ το 1948 και ο πατέρας του ήταν κληρικός, όπως και ο παππούς του. Θεωρείται ο "νονός της shock rock" και στις ζωντανές του εμφανίσεις συμπεριλαμβάνεται ένα σόου με ηλεκτρικές καρέκλες, γκιλοτίνες, ζωντανούς βόες (!!!), κ.α.. Το 2011 έγινε μέλος του Rock and Roll Hall of Fame.
Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (Johann Sebastian Bach, Άϊζεναχ, 31 Μαρτίου 1685 - Λειψία, 28 Ιουλίου 1750) ήταν Γερμανός συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας, μουσικοπαιδαγωγός και εκτελεστής (οργανίστας, κλειδοκυμβαλίστας, βιολιστής και βιολονίστας) της περιόδου Μπαρόκ.
Η Ντέμπι Χάρι (Deborah Ann Harry, 1 Ιουλίου 1945) είναι Αμερικανίδα τραγουδίστρια, τραγουδοποιός και ηθοποιός, γνωστή ως η βασική τραγουδίστρια του συγκροτήματος Blondie. Οι ηχογραφήσεις της με το συγκρότημα έφτασαν στο Νο 1 των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου σε πολλές περιπτώσεις από το 1978 έως το 1981. Θεωρείται ως η πρώτη ράπερ που έφτασε στο Νο 1 των Η.Π.Α. λόγω της δουλειάς της στο τραγούδι Rapture. Η Χάρι γνώρισε επιτυχία (κυρίως στην Ευρώπη) και ως σόλο καλλιτέχνης πριν σχηματίσει και πάλι τους Blondie στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Χρωστάμε από τις 20 Μαϊου να μιλήσουμε για μια μεγάλη καλλιτέχνη την Cher.
Η Σερ (Cher) (Cherilyn Sarkisian, 20 Μαΐου 1946) είναι Αμερικανίδα τραγουδίστρια, ηθοποιός, σκηνοθέτης και παραγωγός. Αναφέρεται συχνά ως η Θεά της ποπ και έχει βραβευτεί με Όσκαρ, Grammy, Emmy, 4 Χρυσές Σφαίρες, ένα βραβείο από το φεστιβάλ των Καννών και ένα People's Choice Award για το έργο της στην μουσική, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο.
Έχει ξεχωρίσει για την ξεχωριστή κοντράλτο φωνή της αλλά και για την έντονη προσωπικότητά της. Οι πωλήσεις των δίσκων της ξεπερνούν τα 100 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως ως σόλο καλλιτέχνης, έχει λάβει διθυραμβικές κριτικές για τις υποκριτικές της ικανότητες και η καριέρα της μετράει πάνω από 5 δεκαετίες, με αποτέλεσμα να θεωρείται βετεράνος για τον παγκόσμιο χώρο του θεάματος.
Ξεκίνησε την καριέρα της το 1963 στο πλευρό του Sonny Bono. Έπειτα από μεγάλες δισκογραφικές επιτυχίες που έκαναν ως Sonny & Cher, τη δεκαετία του 1970 επιδίωξε να μετατραπεί σε τηλεοπτική ντίβα, παρουσιάζοντας πολύ επιτυχημένα ψυχαγωγικά σόου που άφησαν εποχή και συνάντησε επιτυχία ως solo τραγουδίστρια πλέον, κατορθώνοντας 3 #1 singles στο Billboard chart και αρκετούς χρυσούς δίσκους. Το ξεχωριστό της ινδιάνικο στυλ πέρασε στο πάνθεον της παγκόσμιας μουσικής ιστορίας και καθιέρωσε τάσεις και μόδες που όρισαν την δεκαετία του '70. Την δεκαετία του 1980 ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την καριέρα της στην υποκριτική.
Κέρδισε πολλά βραβεία, συμμετείχε σε ταινίες με καλές κριτικές και το 1986 κέρδισε το βραβείο Όσκαρ A' Γυναικείου Ρόλου για τη ταινία "Κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού". Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και έπειτα από μια "χλιαρή περίοδο" στην καριέρα της, κυκλοφόρησε το άλμπουμ Believe το οποίο πούλησε περισσότερα από 20 εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ το ομώνυμο single μπήκε στη λίστα με τα 30 πιο εμβληματικά και εμπορικά επιτυχημένα singles όλων των εποχών. Με αυτό το single κατάφερε να γίνει η μοναδική καλλιτέχνης με χρονική διαφορά 33 ετών ανάμεσα στο πρώτο και το τελευταίο #1 single της στο Hot 100 Chart της Αμερικής. Επιπλέον είναι η μοναδική καλλιτέχνης με Top 10 επιτυχίες στο Billboard Chart των Ηνωμένων Πολιτειών σε κάθε μία από τις προηγούμενες 6 δεκαετίες.
Η καριέρα της έχει εγκωμιαστεί από τους περισσότερους καλλιτέχνες ιδίως όσο αφορά τη διάρκειά της αλλά και την ικανότητά της να προσαρμόζεται πάντα στα μουσικά δρώμενα της εποχής και να είναι επίκαιρη. Καθιέρωσε την γυναικεία αυτονομία σε έναν κατά βάση ανδροκρατούμενο χώρο και κατάφερε να εξελιχτεί σε ένα από τα μεγαλύτερα fashion icons που έχουν υπάρξει για τις πάντα εκκεντρικές εμφανίσεις της και την ξεχωριστή της σκηνική παρουσία.
Το 2005 η περιοδεία της "Living Proof : The Farewell Tour" είχε καταφέρει εισπράξεις 294 εκατομμυρίων δολαρίων από συνολικά 326 συναυλίες σε 20 χώρες με αποτέλεσμα να θεωρηθεί η πιο επιτυχημένη σε εισπράξεις περιοδεία από γυναίκα τραγουδίστρια όλων των εποχών μέχρι που έχασε την πρώτη θέση το 2008 από τη "Sticky & Sweet Tour" της Μαντόνα με εισπράξεις 437 εκατομμυρίων δολαρίων. Το 2008 υπέγραψε τετραετές συμβόλαιο 180 εκατομμυρίων δολαρίων με το Caesar's Palace του Las Vegas για το σόου της "Cher at the Colosseum" με το οποίο πραγματοποίησε 192 συναυλίες. Ήταν το δεύτερο ακριβότερο συμβόλαιο που έχει υπογράψει καλλιτέχνης στην ιστορία των residency shows με πρώτη την Σελίν Ντιόν. Η περιοδεία της "Do you believe? World Tour" του 1999 της είχε αποφέρει εσιπράξεις 160 εκατομμυρίων δολαρίων και είχε θεωρηθεί μία από τις πιο επιτυχημένες περιοδείες όλων των εποχών. Το 2013 η Σερ επέστρεψε δισκογραφικά μετά από αρκετά χρόνια με το άλμπουμ "Closer to the truth" ενώ για το 2014 πραγματοποίησε παγκόσμια περιοδεία της με τίτλο "Dressed To Kill Tour". Τον Φεβρουάριο του 2017 ξεκίνησε πάλι να δίνει συναυλίες με το σόου Classic Cher.
Παράλληλα με τη μουσική και την ηθοποιία, έχει παράξει πλούσιο φιλανθρωπικό έργο και έχει διακριθεί για τον κοινωνικό της ακτιβισμό ιδίως σε ΛΟΑΤ δικαιώματα και την πολιτική της επιρροή σε θέματα που αφορούν την ενέργεια, το περιβάλλον και την διαχείριση φυσικών πόρων.
Το σημερινό εξώφυλλο είναι από το ένατο άλμπουμ της Σερ “Heart of Stone” (1989). Έχει μια ιδιαίτερη εικονογράφηση με την Σερ να φωτογραφίζεται με μια πέτρινη, αλλά ραγισμένη καρδιά, στέλνοντας ένα μήνυμα ότι ακόμα και οι δυνατές καρδιές ραγίζουν. Περιέχει πολλές επιτυχίες, αλλά ένα τραγούδι που ξεχωρίζουμε είναι το "If I Could Turn Back Time". Μας αρέσει πολύ ο έντονος ρυθμός του και ο τίτλος του τραγουδιού. Γιατί μας θυμίζει ότι ο χρόνος περνάει και χάνεται. Είναι ωραίο λοιπόν να ζούμε το σήμερα!
Ο Μπομπ Ντίλαν (Bob Dylan, 24 Μαΐου 1941), γεννημένος Ρόμπερτ Άλλεν Ζίμμερμαν (Robert Allen Zimmerman), είναι Αμερικανός μουσικός. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους τραγουδοποιούς. Στις 13 Οκτωβρίου 2016, η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο Ρόμπερτ Άλλεν Ζίμμερμαν γεννήθηκε στο Ντουλούθ (Duluth) της Μινεσότα. Ως μαθητής γυμνασίου άρχισε να παίζει φυσαρμόνικα, πιάνο και κιθάρα, ενώ συμμετείχε για πρώτη φορά σε συγκρότημα, τους Golden Chords ερμηνεύοντας τραγούδια των Τσακ Μπέρι (Chuck Berry) και Λιτλ Ρίτσαρντ (Little Richard), με έμφαση στη ροκ εν ρολ, κάντρι, φολκ και μπλουζ μουσική.
Από το 1962 που άρχισε να ηχογραφεί τους πρώτους δίσκους του, η φυσιογνωμία του, ο τρόπος ερμηνείας, οι στίχοι, η μουσική του αλλά και οι ριζοσπαστικές απόψεις του έστρεψαν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του. Απέκτησε ένα ένθερμο κοινό από, δίνοντας πολλές συναυλίες ενώ στίχοι του γίνονταν συνθήματα για τους νέους.
Ο Ντίλαν είναι η νέα φωνή της Αμερικής, είναι η διαμαρτυρία, η άρνηση, η αμφισβήτηση, η επανάσταση. Αυτός όμως αρνείται τον ρόλο της φωνής του κινήματος. Εγκαταλείπει τα τραγούδια διαμαρτυρίας και επηρεασμένος από τους μεγάλους συμβολιστές ποιητές (Μπωντλαίρ, Ρεμπώ και κυρίως τον Τ. Σ. Έλιοτ) δημιουργεί πολύπλοκα ροκ ποιήματα.
Το 1965 αποτελεί έτος ορόσημο. Η ροκ μουσική αμφισβητεί διαρκώς το κατεστημένο, κοινωνικό και πολιτικό. Μια μουσική μόνιμης και διαρκούς αμφισβήτησης. Το καλοκαίρι του 1965 ένα δικό του τραγούδι, το Mr. Tambourine Man γίνεται μεγάλη επιτυχία παιγμένο από τους Byrds.
Έχει ήδη κυκλοφορήσει τρεις μεγάλους δίσκους, που καθορίζουν την ιστορία της ροκ, όπως τον θρυλικό Highway 61 Revisited,με ιστορικά κομμάτια όπως τα Like A Rolling Stone, Ballad For A Thin Man, Desolation Row, τον Bringing it all back home, δίσκος που σηματοδότησε τη στροφή του στο ηλεκτρικό μπλουζ, τον Blonde on Blonde, ένα καταπληκτικό διπλό άλμπουμ, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Οι πιστοί φολκ οπαδοί που τον αποδοκιμάζουν στο Newport Festival (1965) όταν ανεβαίνει στη σκηνή με δερμάτινη ζακέτα και ψηλοτάκουνες μπότες και τολμά να παίξει ηλεκτρική κιθάρα Fender Stratocaster θα δώσουν τη θέση τους σε χιλιάδες νέους θαυμαστές. O 25χρονος Ντίλαν έχει πάνω από 10.000.000 πωλήσεις δίσκων. Γίνεται σημαία, ροκ λάβαρο.
Έχοντας ένα σοβαρό ατύχημα με την μοτοσυκλετα του, αποσύρεται για μερικά χρόνια από την ενεργό σκηνή και με την βοήθεια λίγων καλών συνεργατών και βαθιά επηρεασμένος από την θρησκεία, πειραματίζεται με την μουσική φολκ.
Είμαστε στο τέλος της δεκαετίας του 1960, μια εποχή ασυμβίβαστη, άγρια και ελεύθερη. Η γενιά του πειραματίζεται σωματικά και εγκεφαλικά με ψυχεδελικές ουσίες. Η μουσική ακολουθεί τους ίδιους δρόμους (ψυχεδέλεια, flower power). Ο Ντίλαν, αντίθετα, αποφασίζει να κάνει το αγροτικό του, γυρίζει στις υπαίθριες ρίζες για να κρατηθεί. Ταυτόχρονα απέχει από συναυλίες και κυκλοφορεί δίσκους με διασκευές και επανεκτελέσεις δικών του τραγουδιών,
Το 1974 είναι η χρονιά της μεγάλης επιστροφής. Πραγματοποιεί σειρά θριαμβευτικών συναυλιών με τους Band, από τις οποίες θα κυκλοφορήσει ένας διπλός live δίσκος, Before the flood.
Το 1975 είναι μια μεγάλη και παραγωγική χρονιά για τον Μπομπ Ντίλαν και μια δύσκολη περίοδος για τον γάμο του. Στις αρχές τις χρονιάς κυκλοφορεί το αριστουργηματικό Blood on the Tracks, εμπνευσμένο από την έγγαμη συμβίωση και τις δυσκολίες της. Η χρονιά κλείνει με το Desire, το οποίο περιέχει το Sara, ένα τραγούδι ύμνο στη γυναίκα του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι με αυτό το τραγούδι έφερε ξανά έστω και προσωρινά κοντά του τη Σάρα. Τον Nοέμβριο του 1976 ο Ντίλαν χόρεψε μαζί με τους Νηλ Γιανγκ, Βαν Μόρισον, Έρικ Κλάπτον, Τζόνι Μίτσελ, Dr. John και Ρόνι Χώκινς στο "τελευταίο βαλς" των Band. Η μεγαλειώδης συναυλία ηχογραφήθηκε, κυκλοφόρησε σε δίσκο (The Last Waltz) και κινηματογραφήθηκε από τον Μάρτιν Σκορσέζε.
Το 1977 εκδίδεται το διαζύγιο με τη γυναίκα του. Ο Ντίλαν αναζητά διέξοδο, στην αρχή σε εφήμερες σχέσεις και κατόπιν στον Χριστιανισμό.
Το 1979 το Slow Train Coming ανοίγει μια τριλογία δίσκων, με τους οποίους ο Ντίλαν ψάχνει να βρει εκείνον που βάπτισε όλα τα ζωντανά πλάσματα, ψάχνει την αρχή, το αργοκίνητο τρένο της δημιουργίας. Γίνεται ένας αναγεννημένος Χριστιανός (New-born Christian) τη δεκαετία του '80, αυτή την δύσκολη δεκαετία για όλους τους μύθους της πρώτης rock γενιάς. Τον απορροφούν οι πολλαπλές θρησκευτικές και πολιτικές αναζητήσεις. Όμως συνεχίζει να βγάζει δίσκους, να κάνει περιοδείες, να υπάρχει, να ψάχνεται, και το 1989 κυκλοφορεί έναν εμπνευσμένο δίσκο, σε παραγωγή Daniel Lanoix, το Oh Mercy.
Το 1992 γιορτάζει τα 30 χρόνια επί σκηνής με καλεσμένους όλους τους παλιούς του φίλους. Κάνει παγκόσμια περιοδεία, έρχεται μάλιστα και στην Ελλάδα στις 14 Ιουνίου του 1993. Όλα αυτά τα χρόνια δεκάδες καλλιτέχνες διαφόρων μουσικών ειδών διασκευάζουν τα τραγούδια του. Όμως, η πηγή της έμπνευσης του Ντίλαν δεν στέρεψε. Συνεχίζει να βγάζει μεγάλους δίσκους και να θυμίζει ότι υπάρχει ως ενεργός δημιουργός.
Σχεδόν 60χρονος, κυκλοφορεί το 1997 το Time Out of Mind, γραμμένο πριν και μετά από μια μεγάλη περιπέτεια υγείας με την καρδιά του. Ένας δίσκος κλάσης, ένας δίσκος που φέρει την υπογραφή του ίδιου του Ντίλαν (Love Sick, Dirt Road Blues, Tryin' to get to heaven, Cold Irons Bound, Can't Wait) αλλά παράλληλα ένας σύγχρονος δίσκος που πετυχαίνει και εμπορικά. Το Time Out of mind σαρώνει τα βραβεία Grammy, ανοίγοντας μια περίοδο απόδοσης τιμών.
Τα επόμενα χρόνια βραβεύεται από τον βασιλιά της Σουηδίας, προτείνεται για το Νόμπελ Λογοτεχνίας και παίρνει το Βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι Things have changed. Ο δίσκος του, Love and Theft, κυκλοφόρησε στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, την ίδια ημέρα των τρομοκρατικών επιθέσεων της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης και στο αμερικανικό Πεντάγωνο.
Ο Ντίλαν επιβεβαιώνει ότι διανύει μια ακόμη εφηβεία, συμμετέχοντας σε ταινίες, διαφημιστικά, κυκλοφορώντας νέους αξιόλογους δίσκους, όπως τον Modern Times (2006), τον Together Through Life (2009) και τον Christmas In The Heart, την ίδια χρονιά. Και φυσικά περιοδεύει ανά τον κόσμο σε μια "Never Ending Tour", η οποία ξεκίνησε από το 1988 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Σημαντικό του επίσης δημιούργημα είναι ο πρώτος τόμος της αυτοβιογραφίας του με τίτλο Chronicles.
O Μπομπ Ντίλαν, πολύ μεγάλος μουσικός, στιχουργός και ποιητής επηρέασε όσο λίγοι την σύγχρονη μουσική αλλά και τη σκέψη όσων μεγάλωσαν ή προβληματίστηκαν με τα τραγούδια του. Δεκάδες επίσημοι και ανεπίσημοι δίσκοι, βιογραφίες, διασκευές, ακυκλοφόρητες μαγνητοταινίες και τραγούδια μαρτυρούν το μέγεθος της επιρροής αυτής.
«Όπου και αν είμαι, είμαι ένας τροβαδούρος του ’60, ένα κατάλοιπο του folk-rock, ένας εργάτης των λέξεων από περασμένους καιρούς, ο μυθικός μονάρχης ενός τόπου που δεν ξέρει κανείς. Βρίσκομαι στο απύθμενο πηγάδι της πολιτιστικής λησμονιάς», λέει ο ίδιος και αφήνει τον κόσμο να τον φαντάζεται όπως θέλει: «Δεν ξέρω τι ονειρευόταν ο υπόλοιπος κόσμος, εγώ πάντως ονειρευόμουνα μια ζωή εννιά με πέντε, ένα σπίτι σε μια γειτονιά με δέντρα, με έναν άσπρο ξύλινο φράκτη και ροζ τριαντάφυλλα στην πίσω αυλή. Κάτι τέτοιο θα ήταν ωραίο. Αυτό ήταν το βαθύτερο μου όνειρο. Ύστερα από λίγο μαθαίνεις ότι η ιδιωτική ζωή είναι κάτι που μπορείς να το πουλήσεις, αλλά δεν μπορείς να το ξαναγοράσεις».
Το σημερινό εξώφυλλο είναι από τον δίσκο “Rough and Rowdy Ways” του Μπόμπ Ντίλαν που κυκλοφόρησε στις 19 Ιουνίου 2020. Στις μέρες της καραντίνας που υπήρχε διάχυτος φόβος, τρομολαγνεία, έντονες κοινωνικές αντιδράσεις για την καραντίνα της πανδημίας, ο Ντίλαν έσκυψε μέσα του και αναδύθηκαν με έντονα ποιητικό τρόπο γεγονότα από το παρελθόν που δημιούργησαν παραπλήσια συναισθήματα στην κοινωνία και στο ίδιο. Η εικονογράφηση έχει ένα άρωμα άλλης εποχής και ταιριάζει τόσο με τα ποιητικά χαρακτηριστικά που διαθέτει ο Ντίλαν, όσο και με την ενασχόλησή του με θέματα από το παρελθόν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του περιεχομένου του δίσκου, το τραγούδι “Murder Most Foul” όπου είναι ένα κομμάτι 17 λεπτών στο οποίο μιλάει για διάφορα σημαντικά γεγονότα και πρόσωπα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 με το δικό του χαρακτηριστικό ύφος, όπως τη δολοφονία του John F. Kennedy, τους Beatles, το Woodstock, τη Stevie Nicks. Πρόκειται για ένα ποιητικό ημερολόγιο του νομπελίστα Μπομπ Ντίλαν που αξίζει να έχετε στη συλλογή σας!
τις δυσκολίες, τους κακούς βαθμούς, τις μικροπαρεξηγήσεις …. Όλα φαίνονται τώρα τόσο μακρινά γιατί όπως υποστηρίζει και η συγγραφέας Οριάνα Φαλάτσι «στη σφαίρα του παρελθόντος όλα γίνονται ωραία». Η σχολική χρονιά, λοιπόν, που μόλις τελείωσε, μας πρόσφερε γνώσεις, όμορφες στιγμές, γέλια, αγαπημένες παρέες, πολύτιμες εμπειρίες….